“Όταν η ιστορία γίνεται ποίηση” της Λίλιαν Τσούβα

Αξιοποιώντας μαρτυρίες ανθρώπων αλλά και ιστορικά στοιχεία η συγγραφέας Φανή Κεχαγιά στο μυθιστόρημά της Ομηρία, (Έξη, 2023), αναβιώνει μυθοπλαστικά τον ξεριζωμό των κατοίκων της Τζουμαγιάς Σερρών, σημερινής Ηράκλειας. Ο Βουλγαρικός στρατός το καλοκαίρι του 1916 κατέλαβε την Τζουμαγιά και στις 16 Σεπτεμβρίου, μέσα σε δύο ώρες, υπό συνθήκες σκληρής κατοχής, ανάγκασε τους κατοίκους να εκκενώσουν το χωριό. Οκτώ χιλιάδες περίπου άνθρωποι παίρνουν τον δρόμο της προσφυγιάς και της ομηρίας. Ένα ανθρώπινο κοπάδι που διασχίζει υγρά και χερσαία σύνορα, μεταφορτώνεται σε ποταμόπλοια και τρένα, περιπλανάται στον βαλκανικό χώρο (Σκόπια, Βουλγαρία, Ρουμανία). Προορισμός: το Ποζάρεβιτς της Σερβίας.

Στην περιπετειώδη και τρομακτική περιπλάνηση πρωταγωνιστεί η Αννού, η κόρη του Βλάχου μεγαλέμπορου Σάντρου Ράσκου και της συζύγου του, Όπης. Διωγμένη από τον πατέρα της, για τον «αήθη» έρωτά της προς τον Τούρκο Φουρκάν, στο Καβακλί της Ανατολικής Θράκης, τη νέα τους εγκατάσταση, θα ζήσει τον απαγχονισμό του αγαπημένου της (θα θεωρηθεί προδότης από το κίνημα των Νεοτούρκων) και κυνηγημένη από εκείνους, αφού φυγαδεύσει το επτάχρονο γιο τους για να τον σώσει, μετά από σκληρές δοκιμασίες, θα επιστρέψει στην Τζουμαγιά. Ο βίαιος εκπατρισμός λόγω της Βουλγαρικής κατοχής θα δοκιμάσει εκ νέου τις αντοχές της.

Την Αννού περιστοιχίζει ένα πλήθος ανθρώπων ταλαιπωρημένων και φοβισμένων, αναγκασμένο να υποφέρει εξευτελισμούς και απάνθρωπη συμπεριφορά, ασιτία, δίψα, αρρώστιες, ψείρες, δολοφονίες. Ανυπόληπτες ζωές. Οι ημέρες τους υφαίνονται στον πόνο, την ανέχεια, τις κακουχίες. Μέσα στην ταραχή αδελφοποιούνται. Μια μεγάλη πολυφυλετική οικογένεια (Βλάχοι, Αρμένηδες, Εβραίοι, Τούρκοι) όπου ο ένας νοιάζεται για τον άλλον. 

Ενώνοντας το πραγματολογικό με το μιμητικό, την ιστορία με τον μύθο, η Φανή Κεχαγιά αναβιώνει αριστοτεχνικά τα γεγονότα. Τα τέσσερα κεφάλαια της αφήγησης (Τα Βαλκάνια, Ο ξεριζωμός, Η εγκατάσταση, Η επιστροφή), γραμμένα ημερολογιακά, εκκινούν από τον Ιούνιο του 1914. Περιλαμβάνουν γεγονότα έως τον Σεπτέμβριο του 1930. Ο φακός κεντράρει στο ανθρώπινο στοιχείο. Η εξορία μεταβάλλει την οικονομικοκοινωνική υπόσταση των εκπατρισθέντων. Έρμαια της πολιτικής των ισχυρών επιζούν χάρη στην ψυχική δύναμη και τη μεταξύ τους αλληλεγγύη. Ορισμένοι δεν θα αντέξουν τις ταλαιπωρίες. Άλλοι θα χτίσουν οικογένειες-εργασία στον νέο τόπο. Η Αννού θα γευτεί την γλύκα του επαναπατρισμού, ο χαρακτήρας της όμως θα μεταβληθεί (μορφή ενηλικίωσης). Παρά τις ανεπούλωτες πληγές, η συμμετοχή της στην ανακούφιση των πληγέντων, η πολιτικοποίηση, θα επιφέρουν τη συμφιλίωση με τον εαυτό. Οι αγώνες για ίδρυση βιβλιοθήκης στο χωριό, την πάλη της ενάντια στην αγραμματοσύνη. 

Η Κεχαγιά σκύβει στον απλό λαϊκό άνθρωπο που πασχίζει να επιβιώσει μέσα σε τραγικά συμβάντα. Σκύβει στην πατριαρχία, όπως και στον ρόλο των γυναικών. Εμμένει στην επί χρόνια σκληρότητα του πατέρα προς την κόρη εξαιτίας του έρωτά της προς έναν αλλόθρησκο-αλλοεθνή, στηλιτεύοντας την καθαρότητα. Επιμένει στη χυδαιότητα με την οποία η πλειοψηφία των ανδρών αντιμετωπίζει τις γυναίκες, στην ανυποληψία. Εξαίρει τη γυναικεία δύναμη και σκέψη. Το έργο της βαθιά αντιπολεμικό, ανθρωπιστικό, αναδεικνύει το ευμετάβλητο της ζωής, την ανάγκη της αλληλοβοήθειας, την ανείπωτη δύναμη του κατατρεγμένου να ανασύρει από το μηδέν τη θέληση για ζωή.

Ο τριτοπρόσωπος αφηγητής εναλλάσσεται με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση της πρωταγωνίστριας. Το έργο κάνοντας κύκλο, κλείνει με τη φράση «μεράκ έτμε», («μην ανησυχείς», στα τουρκικά), του πρώτου κεφαλαίου. Ενωμένες αλυσιδωτά οι ενότητες (λέξεις της τελευταίας εκκινούν την επόμενη), διέπονται από έναν χειμαρρώδη λόγο, απόλυτα ταιριαστό με τους χαρακτήρες, με λέξεις και φράσεις στη βλάχικη, την τουρκική, τη βουλγαρική –καθρέφτης των εθνοτήτων στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας την εποχή των γεγονότων. 

Η μαρτυρική πορεία των ομήρων, πορεία συστηματικής εξόντωσης στην ουσία, με τις αντίξοες συνθήκες του τόπου και του καιρού, του ηθικού εξευτελισμού, τον φόβο για την άδηλη τύχη, εξιστορείται με αλυσιδωτή κειμενική δράση, τρόπο αβίαστο και πειστικό, διαλόγους δραματικούς, ισόρροπους με τα αφηγηματικά μέρη. Η γλώσσα και το ύφος αναδεικνύονται τα κυριότερα γνωρίσματα του έργου που το καταξιώνουν και το τοποθετούν ανάμεσα στα κλασικά έργα της αντιπολεμικής πεζογραφίας. Μακροπερίοδη, με επαναλήψεις, ασύνδετα, επιφωνήματα, έντονη ποιητικότητα, αναπαριστά τη ζωντάνια και την παραστατικότητα του αφηγηματικού προφορικού λόγου. Παρεμβάλλονται δημοσιεύματα από τον τύπο, πολιτικά και διπλωματικά γεγονότα, στίχοι, άγνωστα δημοτικά τραγούδια, αναφορές σε Έλληνες και Ρώσους συγγραφείς. Οι χαρακτήρες αληθοφανείς και ανεπιτήδευτοι. 

Το έργο της Κεχαγιά μπορεί να ενταχθεί στη λογοτεχνία του πολέμου, όπως «Η ζωή εν τάφω» του Στράτη Μυριβήλη (1924/1930), η «Ιστορία ενός αιχμαλώτου» του Στρατή Δούκα (1929), «Το νούμερο 31328» του Ηλία Βενέζη (1931). Παριστάνοντας τον πόλεμο απογυμνωμένο από κάθε επικό και ηρωικό στοιχείο αναδεικνύει την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης η οποία συνθλίβεται κάτω από το βάρος της ιστορίας και μέσα στις μεγάλες αντιθέσεις των καιρών (ζωή-θάνατος, θύτες-θύματα, συλλογικό-ατομικό).

Από τα πλέον αξιόλογα έργα της πεζογραφίας μας η Ομηρία τόσο σε επίπεδο περιεχομένου όσο και μορφής, εξιστορεί με τρόπο παραστατικό και ύφος γλαφυρό τη φυσική και ηθική ταλαιπωρία, το ψυχικό σθένος των κατοίκων της Τζουμαγιάς στην προσπάθεια για επιβίωση. Έργο φιλειρηνικό, παρουσιάζει τον ιμπεριαλισμό ως βασικό υπεύθυνο της απώλειας χιλιάδων ατόμων και του εξευτελισμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Αναδεικνύει επίσης κάτι βαθύτερο και πιο ουσιαστικό: την αξία της συναδέλφωσης μεταξύ ανθρώπων και λαών. 

Ο συγκεκριμένος ιστορικός χωρόχρονος μέσα στους κόλπους του αυτοβιογραφικής και ημερολογιακής μυθοπλασίας της Κεχαγιά επιβάλλεται τόσο στη συνείδηση του αναγνώστη ώστε ο απόηχος να επηρεάζει τον εσώτερο βίο. Η πλοκή σφραγίζει το θυμικό: η αναπαράσταση του ανθρώπου εν πολέμω, της συμπεριφοράς και του ψυχισμού του, αλλά και η εικόνα του άλλου –του εχθρού–, που απειλεί την ύπαρξη, τη σωματική, πνευματική και ηθική υπόσταση. Η Κεχαγιά υπονομεύει τα στερεότυπα (ο κακός Τούρκος και ο καλός Έλληνας). Αναδεικνύει με ενάργεια το εύρος των οσμώσεων, τις τραγικές συνέπειες του πολέμου σε ατομικό και καθολικό επίπεδο, τη διάχυτη σύγχυση, τη ρευστότητα, την ανάγκη της διαρκούς επαναδιαπραγμάτευσης των βασικών πολιτισμικών αξιών, όμως και τις αναλαμπές της ελπίδας και της ανθρωπιάς. Αρμολογώντας με αρχή, κορύφωση, τέλος (ανοιχτό), επιλέγει τη χρονολογική κατάταξη των γεγονότων. Ο λογοτεχνικός της τεκμηριωτισμός διαχειρίζεται με τρόπο σπουδαίο την αναγκαία για τους λαούς μνήμη, ενώ πολλά σημεία της αφήγησης συμπορεύονται με το παραμύθι, το κατεξοχήν αφηγηματικό πρότυπο (αρχέτυπο). 

Ο ανόθευτος λαϊκός λόγος της Κεχαγιά στον χώρο της καλλιεργημένης λογοτεχνίας εντυπωσιάζει με τη γοητεία του. Ενσαρκώνοντας μια σύγχρονη ομηρική Οδύσσεια με πρωταγωνίστρια μια γυναίκα, τις αλλεπάλληλες περιπέτειες, τις διαρκείς περιπλανήσεις της, χάρη στην επινοητικότητα και την ευρηματικότητά της κατορθώνει να διεισδύσει στο πολύπαθο γυναικείο ζήτημα όπως και στον πολυπόθητο νόστο. Η δραματική ένταση και η υψηλή θερμοκρασία που τεχνουργεί, με τη διαδοχή των γεγονότων, τις εναλλαγές των επεισοδίων, των τόπων, των προσώπων, η ισορροπημένη χρήση των αντιθέσεων, αναδεικνύει με τρόπο αριστουργηματικό τo ιστορικό γεγονός. Περνώντας από το λόγο στον μύθο, από την κυριολεξία στη μεταφορά, από τα καθ’ έκαστον στα καθ’ όλου, η Ομηρία, με τη μοναδικότητά της, εγγράφεται στη συνείδηση.

Λίλιαν Τσούβα

https://www.literature.gr/omiria-fani-kechagia-ekdoseis-exi/ 

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *