“Θα βρει έναν τόπο να τον κάνει τόπο της, θα συμφιλιωθεί με τους εφιάλτες της και θα επουλώσει τις πληγές της” της Κατερίνας Σιδέρη.

Μια ματωμένη αυγή, είναι αναπόσπαστο κομμάτι της πρωταγωνίστριας του βιβλίου μας. Ματωμένη, βασανισμένη και μοναχική είναι και η ζωή της. Παλεύει μόνη, μάχεται, απογοητεύεται μα δεν τα παρατάει. Υποφέρει, πονάει σωματικά και ψυχικά, πενθεί, υποσιτίζεται, κατηγορείται, κρύβεται, ερωτεύεται, υπομένει.

Όλα τα έχει η ζωή της Ουρανίας, της Ουράνιας για κάποιους εκλεκτούς με αρκετούς ενδιάμεσους σταθμούς και με ανθρώπους που τη σημάδεψαν ανεξίτηλα και για πάντα.

Από μικρό παιδί η μοίρα της δείχνει τα δόντια της και της στερεί την οικογένειά της. Το κύμα την ξεβράζει στην Κρήτη και στο απάνεμο λιμάνι του παπά – Γιώργη μα όχι για πολύ. Θα φύγει σαν κυνηγημένη, θα ορφανέψει ξανά και ξανά και κοιτάζοντας τη ζωή της από απόσταση, ένα δάκρυ θα κυλήσει στα μάγουλά της.

Η όμορφη και ποθητή Άννα που κοιτά με καχυποψία τον ερχομό της, ο καλόκαρδος και δίκαιος παπάς που πασχίζει να γιατρέψει τις πληγές της κατατρεγμένης δούλης, το βάρος μιας αλήθειας πάνω στις πλάτες του Γιώργη έτοιμο να τον ισοπεδώσει και τα σκουλαρίκια με τα κρεμαστά κωνσταντινάτα κειμήλιο μιας αλλοτινής ζωής, θα ανοίξουν την αυλαία, θα συγκινήσουν τον αναγνώστη και θα αφήσουν αιχμές για μια συνέχεια διανθισμένη με βάσανα και κακουχίες.

…κάθε συνειρμός οδηγούσε σε αδιέξοδο…

Η πείνα και η εξαθλίωση τις μέρες της Κατοχής οδηγούν τον άνθρωπο σε αισχρές πράξεις, οι νεκροί συσσωρεύονται πλάι σε κάδους απορριμμάτων, οι Γερμανοί διασκεδάζουν πετώντας τα αποφάγια τους στα πεινασμένα παιδιά και η Ουρανία, έχοντας στο πλευρό της τον γενναίο και πιστό φίλο Ντορή, περιπλανιέται άσκοπα αναζητώντας ψήγματα βιοπορισμού. Πως να ζήσει ένα παιδί μέσα σε αυτό το σκηνικό; Πως να μεγαλώσει; Πως να ανταπεξέλθει όταν πλέον είναι μοναχό και απροστάτευτο. Ένα κλοτσοσκούφι που λίγοι θα γυρίσουν να κοιτάξουν, θα βρει τη δύναμη να λαφυραγωγήσει μια νεκρή γυναίκα και ερήμην της θα βρεθεί ξεριζωμένη πλην όμως φιλόξενη μέσα σε φθαρμένα ράσα.

Θα διαβάσουμε για τον φιλότιμο και καλόκαρδο Θωμά που ουδεμία σχέση έχει με τον πατέρα του, για ένα αναπάντεχο θέαμα για παιδικά αθώα βλέμματα, για ένα ματωμένο ρούχο και θα βρούμε απάγκιο στη σκηνή της Ζόρας που με τα γιατροσόφια της θα καταφέρει να κρατήσει στη ζωή μια ψυχή.

Το σκηνικό αλλάζει, η ματωμένη αυγή φαίνεται πρόσκαιρα να καταλαγιάζει τη δίνη της και ο τσιγγάνικος καταυλισμός θα καταφέρει να συνεφέρει κάπως το αδύναμο κορμί της Ουρανίας. Εδώ μας περιμένουν πολλά. Δυο πάνινες κούκλες, η εικόνα του Αϊ – Γιώργη, ο εορτασμός του Εντερλέζι, το μεγάλο ξόρκι που όλοι φοβούνται, αλλά και ο αρχηγός των Ρομά Μόντι, κατευνάζουν τις αγωνίες μας, ηρεμούν τους χτύπους της καρδιάς και μεστώνουν όσο καλύτερα μπορούν το ορφανό κορίτσι.

…η αναβολή μόνο αγωνία γεννάει…

Η Ουρανία αναζητά ένα σημείο αναφοράς, έναν ώμο να στηριχτεί, μια οικογένεια να αγκιστρωθεί, μια αγκαλιά για να αφήσει απ’ έξω κάθε λύπη και στενοχώρια της. Την αναζητά, την βρίσκει πρόσκαιρα και τη χάνει ξαφνικά και απρόσμενα. Η μοναξιά είναι δεύτερο ρούχο της. Το χάδι για ακόμη μια φορά εξαφανισμένο και τα δάκρυά της εμφανίζονται ξανά δριμύτερα στο μελαγχολικό της πρόσωπο.

Το Μεγάλο Ρολόι ήταν σήμα κατατεθέν στη ζωή της. Εκείνο και τα σκουλαρίκια της. Εκείνο έστεκε πάντα αγέρωχο, μα η Ουρανία δεν μπορούσε να παραδειγματιστεί. Πορευόταν διωγμένη και κατατρεγμένη, μα ευτυχώς οι καλές ψυχές άπλωναν το χέρι τους. Έτσι έπραξε και ο παντέρημος παπά – Γιώργης, άλλος από τον προηγούμενο ο οποίος άνοιξε την αγκαλιά του και μαζί με την καλοκάγαθη και φιλότιμη κυρά – Παρασκευούλα έβαλαν τα θεμέλια για νέες βάσεις στην υπό ανέγερση ζωή της ηρωίδας μας.

Έχουμε ακόμη να διαβάσουμε πολλά, γεγονότα που δεν αφήνουν περιθώρια να αποκλείσεις από το βιβλίο. Ένας ακόμη αποχαιρετισμός με την ευχή να είναι ο τελευταίος, η άφιξη στην «αποβάθρα της ελπίδας», ένα δυσβάσταχτο μυστικό για δυο γυναίκες, ένα καταραμένο ραντεβού, ένας άνδρας με καπαρντίνα και ρεπούμπλικα αλλά και τα σημειώματα γεμάτα αγωνία, θα μας οδηγήσουν στους τίτλους τέλους της ιστορίας με την αδημονία να έχει φτάσει στο ζενίθ της.

Από τα βιβλία που διαβάζω, επιλέγω μια φράση που μου κίνησε το ενδιαφέρον για να την μοιραστώ μαζί σας. Από το βιβλίο της Ελένης Κοτσοβόλου, ένα σύντομο βιογραφικό της οποίας θα βρείτε στο τέλος του άρθρου, επέλεξα την παρακάτω:

…φόβος να στοιβάζεται πάνω στον φόβο είναι το χειρότερο μαρτύριο…

Η Ουρανία ή Ουράνια ή Ράνια, δεν ανήκε πουθενά. Ένα παιδί χωρίς ταυτότητα, χωρίς δικούς του ανθρώπους, χωρίς ελπίδα. Όλα στη ζωή της ήταν ρευστά και μετέωρα. Όλα άλλαζαν εκεί που δεν το περίμενε. Μονάχα τα σκουλαρίκια ήταν πάντα μαζί της για να τις κρατούν ζωντανές τις λιγοστές αναμνήσεις με τη μητέρα της.

Η ζωή της είχε λυγμούς και δάκρυα. Είχε ανθρώπους σαν τον άνεμο που περνούσαν μα δεν έμεναν, είχε απελπισία, απειλές, πόνο και εκδίκηση. Όμως, η ζωή αν σου χρωστάει το καλό της πρόσωπο, θα βρει τρόπο να στο δώσει. Έτσι έγινε και στην περίπτωση της Ουρανίας. Η Ανθούλα και ο Σταύρος ήρθαν για να μείνουν και πλάι σε κάποιους ακόμη που θα ανακαλύψετε μόνοι σας, η ηρωίδα μας θα δαμάσει τα δάκρυά της, θα κατευνάσει τον πόνο της ψυχής της και θα αφεθεί ελεύθερη να ζήσει, να αγαπήσει και να αγαπηθεί.

Θα βρει το λιμάνι της, θα βρει έναν τόπο να τον κάνει τόπο της, θα συμφιλιωθεί με τους εφιάλτες της και θα επουλώσει τις πληγές της. Η ζωή της χρωστάει, μα και η ίδια δεν είναι αχάριστη. Πάντα μέσα της θα τιμά εκείνους που την μάζεψαν, εκείνους που τη φρόντισαν, εκείνους που την αγάπησαν όσο κανείς άλλος.

Κατερίνα Σιδέρη

Ματωμένη αυγή – Ελένη Κοτσοβόλου | τοβιβλίο.net

 

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *