Μια συγγραφέας που μιλάει σαν θεία στο κυριακάτικο τραπέζι, που γελά με όσα τη δυσκολεύουν και δίνει φωνή σε ηρωίδες που μοιάζουν να βγήκαν από φωτογραφίες ξεθωριασμένες αλλά ζωντανές∙ έτσι ξεκινά η βουτιά μας σε μια αφήγηση που διασχίζει την Ελλάδα του ’50 και του ’60 με τρυφερότητα, χιούμορ και ιστορική ακρίβεια. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ξεδιπλώνεται το παρασκήνιο μιας ιστορίας όπου οι εποχές αλλάζουν, οι μνήμες σμιλεύουν χαρακτήρες και οι δύο αδελφές —η λογική Μιμίκα και η εκρηκτική Θουλίτσα— γίνονται καθρέφτες μιας χώρας που μεγαλώνει μαζί τους. Με αφοπλιστική ειλικρίνεια, η δημιουργός τους μας αποκαλύπτει τι την ώθησε να τις πλάσει, πώς ισορρόπησε την Ιστορία με τη μυθοπλασία και γιατί το χιούμορ παραμένει το πιο ισχυρό της «όπλο». Μια συνομιλία γεμάτη νοσταλγία, αλήθεια και την αίσθηση ότι, κάπου ανάμεσα στις σελίδες, όλοι μας έχουμε συναντήσει μια Μιμίκα και μια Θουλίτσα.
Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να γράψετε την ιστορία των δύο αδελφών; Υπήρξε κάποιο πραγματικό πρόσωπο ή οικογενειακή μνήμη που σας ενέπνευσε;
Ήθελα να γράψω για τις δεκαετίες του 50’ και 60’, που πιστεύω ότι είναι καθοριστικές για την ιστορική εξέλιξη της Ελλάδας. Έτσι, δημιούργησα την Μιμίκα και την Θουλίτσα και τις τοποθέτησα ως νέες κοπέλες σ’ εκείνη την περίοδο. Στο άμεσο οικογενειακό μου περιβάλλον, δεν έτυχε να ανταμώσω γυναίκες όμοιες με τις ηρωίδες μου, όμως θα μου άρεσε, γι’ αυτό τις επινόησα και το διάστημα που έγραφα για την ζωή τους, πέρασα πολύ καλά παρέα τους.
Στο βιβλίο περνάει μπροστά μας ολόκληρη η Ελλάδα — εποχές, γεγονότα, πολιτική, κινηματογράφος. Πώς καταφέρατε να ισορροπήσετε ανάμεσα στην Ιστορία και στη μυθοπλασία χωρίς να χαθεί η τρυφερότητα της αφήγησης;
Μ’ αρέσει να διαβάζω ιστορία . Έχω αδυναμία στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και στον 20ο μέχρι την δεκαετία του 70’. Όπως και στα προηγούμενα μυθιστορήματά μου, που η μυθοπλασία κινείται σ’ αυτά τα χρονικά πλαίσια, φροντίζω τα ιστορικά γεγονότα και η επιρροή αυτών στην καθημερινότητα, να «μπαίνει» στην διάπλαση του κάθε χαρακτήρα. Οι ήρωες και οι ηρωίδες μου, άγονται και φέρονται με τις αρχές, τα πρότυπα, τις συνήθειες της ιστορικής πραγματικότητας της εποχής τους. Η τρυφερότητα που αναφέρατε, παραμένει γιατί προσπαθώ να δώσω την ιστορική αλήθεια βιωματικά, να βγαίνει δηλαδή από διαλόγους και γεγονότα που τυχαίνουν στους ήρωες και τις ηρωίδες μου κι όχι ως αυστηρά «κατεβατά».
Το χιούμορ σας είναι διακριτικό αλλά καίριο. Το χρησιμοποιείτε για να απαλύνετε τις “πικρές θύμησες” ή είναι απλώς ο τρόπος με τον οποίο βλέπετε τον κόσμο;
Υπάρχει το χιούμορ μόνιμα στη ζωή μου, εξ απαλών ονύχων! Το θεωρώ το καλύτερο αμυντικό όπλο και «κανόνα» της ελπίδας! Δε παλεύεται η πραγματικότητα χωρίς χιούμορ. Μεγάλο «ατού» του νου μας, να μπορεί να μετατρέψει σε «χαριτωμένο» κάτι δυσάρεστο, μια «αναποδιά» σε «δεν πειράζει, ας το δω αλλιώς». Το χιούμορ έχει δύναμη τέτοια, που μπορεί να σε σηκώσει όταν θα σε γονατίσει οτιδήποτε δυσάρεστο.
Οι δύο αδελφές έχουν μια σχέση γεμάτη αγάπη, συγκρούσεις και κοινές μνήμες. Πόσο δύσκολο ήταν να αποδοθεί η μεταξύ τους δυναμική με τόση αμεσότητα;
Δεν είναι δύσκολο, αρκεί να «μπεις» στο ρόλο τής κάθε μιας ξεχωριστά και να «κινηθείς» σύμφωνα με τον χαρακτήρα τους. Απ’ την μια είχα την Μιμίκα, λογική, κράμα ευαισθησίας και δυναμισμού συγκρατημένου που γαλουχήθηκε να είναι φύλακας άγγελος της αδερφής της, κι απ’ την άλλη η πανέμορφη έξυπνη Θουλίτσα, με αρκετά χαρακτηριστικά απ’ το σύνδρομο Άσπεργκερ. Ο συνδυασμός των δύο αδερφών, εκρηκτικός κάποιες φορές, γεμάτος από σκαμπανεβάσματα και περιπέτειες.
Στο βιβλίο εμφανίζονται πρόσωπα-σύμβολα της Ελλάδας: πρωθυπουργοί, ηθοποιοί, τραγούδια, ολόκληρες δεκαετίες. Πώς επιλέξατε ποια στοιχεία θα “μείνουν” και ποια θα αφήσετε απέξω;
Α! αυτό ήταν το δυσκολότερο κομμάτι καθώς έγραφα! Όλα τα ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα τα έβρισκα σημαντικά, όλες οι πολιτιστικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες της εποχής με γοήτευαν, ακόμα και οι κοσμικές είχαν τρελό ενδιαφέρον, ήθελα να αναφερθώ σε όλα και φυσικά ήταν αδύνατον γιατί θα έβγαινε το μυθιστόρημα σε δυο τόμους, μη σας πω τρεις! Έκανα «διαλογή» τέτοια, που να ταιριάζει στη μυθοπλασία, να μου είναι χρήσιμη στην πλοκή.
Νοσταλγία: Πιστεύετε ότι ο αναγνώστης νοσταλγεί μόνο τις εποχές που έχει ζήσει ή μπορεί να τον συγκινήσει και μια περίοδος που δεν γνώρισε;
Συμβαίνουν και τα δύο. Προσωπικά, απολαμβάνω το ίδιο ένα καλογραμμένο βιβλίο είτε έχει να κάνει με το παρελθόν, με εποχή που δεν γνώρισα , είτε με τη σημερινή εποχή . Πιστεύω ότι ένας άνθρωπος που του αρέσει το διάβασμα, θα διαβάσει χωρίς να κάνει διακρίσεις χρονικές.
Η αφήγησή σας έχει οικείο ύφος, σχεδόν σαν να μας μιλά μια θεία στο κυριακάτικο τραπέζι. Αυτό ήταν συνειδητή επιλογή από την αρχή;
Εμ, Θεία είμαι, στα 61! Και γιαγιά δύο αγοριών! Συνειδητή επιλογή να χρησιμοποιώ την καθομιλουμένη, που σου προσφέρει αμεσότητα, χωρίς να «πετώ» μέσα στο κείμενο λέξεις εντυπωσιασμού. Απλά ελληνικά, όπως μιλάμε όλοι , για να έρθουμε πιο κοντά, να μας καταλάβουν και να καταλάβουμε. Έχω κρατήσει μια φράση που είπε κάποτε ο Γρηγόρης Ξενόπουλος, «γράφω έτσι, ώστε να με καταλαβαίνει ο μαθητής γυμνασίου και ο κύριος Παλαμάς». Φωτεινή επιγραφή μέσα στο νου μου και οδηγός στον τρόπο γραφής μου έγινε λοιπόν αυτή η φράση. Επίσης , δεν κάνω λεπτομερή περιγραφή της εξωτερικής εμφάνισης των ηρωίδων και των ηρώων μου. Επηρεασμένη απ’ τον Όμηρο, που όταν έγραψε για την Ωραία Ελένη, δεν έδωσε παραπάνω πληροφορίες, έγραψε απλά «Ωραία Ελένη» κι άφησε ελεύθερα στον καθένα να «πλάσει» την Ελένη όπως αυτός θεωρεί το ωραίο!
Το βιβλίο μιλά για το πεπρωμένο από το οποίο κανείς δεν ξεφεύγει. Εσείς προσωπικά πιστεύετε στο πεπρωμένο; Ή είναι απλώς ένας ωραίος μύθος που βοηθά να εξηγούμε τη ζωή;
Το πεπρωμένο το ορίζουμε εμείς με τις αποφάσεις και τις πράξεις μας. Όμως κάποιες φορές, εξωγενείς παράγοντες , που δεν μπορούμε εμείς ν ορίσουμε , μπορούν να επηρεάσουν το πεπρωμένο μας. Αυτό που λένε οι Ινδουιστές για παράδειγμα, γεννιόμαστε έχοντας προδιαγεγραμμένο το πεπρωμένο μας, δεν μ’ αντιπροσωπεύει.
Από όλες τις δεκαετίες που περνούν μέσα στο βιβλίο, ποια αγαπήσατε περισσότερο να ξαναζωντανέψετε; Υπάρχει κάποια περίοδος που σας συγκίνησε ιδιαίτερα στην έρευνα ή στη γραφή;
Όπως σας ανέφερα και στην αρχή, οι δεκαετίες 50’ , 60’ είναι απ’ τις αγαπημένες μου. Γεννήθηκα τα Χριστούγεννα του 64, οι μνήμες αχνές απ’ το τέλος της δεκαετίας του 60’ , όμως οι διηγήσεις για τα χρόνια πριν, ήταν πολλές και κάποιες φορές συνταρακτικές. Μάλιστα οι πιο τρομακτικές διηγήσεις που άκουγα είχαν να κάνουν με την χειρότερη περίοδο της Ελλάδας, τον εμφύλιο, που δυσκολεύομαι να αγγίξω γι’ αυτό και επιλέγω να αναφέρομαι απ’ το 1950 και μετά.
Αν μπορούσατε να συναντήσετε μία από τις ηρωίδες σας σήμερα, σε μια τυχαία καφετέρια της γειτονιάς, τι θα τη ρωτούσατε;
Μα συνάντησα και τις δύο ! Έτσι ξεκινώ το μυθιστόρημα. Υποτίθεται ότι τις γνώρισα στο παρών , ηλικιωμένες και η Μιμίκα μου διηγήθηκε τη ζωή τους. Αν τις συναντούσα σήμερα και ήταν σε ηλικίες του 1952, δηλαδή 19 και 22 χρονών, ε δε νομίζω να πιάναμε και «ψιλή» κουβέντα! Για το μόνο που είμαι σίγουρη είναι ότι θα τις έλεγα «σας αγαπώωωωωω»
Ποιο ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι στη συγγραφή—η ιστορική ακρίβεια, η διαδρομή των ηρώων ή το να διατηρήσετε την αίσθηση της “γλυκόπικρης” ζωής;
Το δύσκολο είναι να είμαι «σωστή» με την ιστορική πραγματικότητα , θέλει πολύ διάβασμα ακόμη κι αν πρέπει να αναφερθώ με δυο γραμμές σε κάποιο γεγονός. Δεν είμαι ιστορικός και προσέχω πολύ ώστε αν διαβάσει αυτό που έγραψα ένας ιστορικός να μη βρει λάθος. Η πλοκή της μυθοπλασίας είναι το ευχάριστο μέρος, απολαμβάνω την κάθε αράδα, έτσι όπως μου βγαίνει και περνώ καλά όταν γράφω, είναι η παρέα μου.
Τέλος, τι ελπίζετε να πάρει μαζί του ο αναγνώστης όταν κλείσει το τελευταίο κεφάλαιο; Μια αίσθηση νοσταλγίας, μια γλύκα, μια πίκρα… ή λίγο απ’ όλα;
Επιθυμία μου είναι να του κρατήσει καλή συντροφιά, τις ώρες που θα το διαβάζει, να αγαπήσει τα «πρόσωπα» της ιστορίας, να μπει ως παρατηρητής στους χώρους που διαδραματίζεται και στο τέλος να σκεφτεί ότι , κάτι του ψιθύρισε , κάτι «άκουσε» η ψυχή του.
Βασιλική Ευαγγέλου-Παπαθανασίου