“Από τον τίτλο του ακόμα, αυτό το μοναδικό και ασυνήθιστο μυθιστόρημα ξεκίνησε να με «μαθαίνει»” γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

«Γηράσκω αεί διδασκόμενος», είχε πει ένας από τους Επτά Σοφούς της αρχαιότητας, ο νομοθέτης Σόλωνας, και δεν μπορώ παρά να παραδεχτώ πως είχε απόλυτο δίκιο. Παίρνοντας στα χέρια μου το νέο βιβλίο του Βασίλη Κασσάρα, με τίτλο «Μάμουσα, Η φωνή της σιωπής», διαισθάνθηκα ότι κάτι ξεχωριστό μου επιφύλασσε, κάτι ιδιαίτερο που δεν συναντώ πια συχνά στην ελληνική λογοτεχνία. Από τον τίτλο του ακόμα, αυτό το μοναδικό και ασυνήθιστο μυθιστόρημα ξεκίνησε να με «μαθαίνει» λέξεις, έννοιες, αλήθειες και συναισθήματα. Αρχικά, έμαθα ότι «μάμουσα» σημαίνει μαμή, μια λέξη εξ ορισμού συνδεδεμένη με τον ερχομό της νέας ζωής. Ύστερα, έμαθα ότι η σιωπή κάποιες φορές μπορεί να έχει φωνή και, μάλιστα, εκκωφαντική. Στη συνέχεια, έμαθα πως ένας σύγχρονος συγγραφέας μπορεί να συγγράφει στο παρόν, αλλά η γραφή του να αποδεικνύεται ικανή να συναγωνιστεί επάξια εκείνη των παλαιότερων αξιόλογων λογοτεχνών, που αιχμαλώτιζαν τον νού μας με τη γλωσσοπλαστική τους ικανότητα. Αυτά είναι μόνο κάποια λίγα από όσα έμαθα διαβάζοντας αυτό το εξαιρετικό βιβλίο, που θίγει τόσα πολλά και σημαντικά θέματα, ενώ ταυτόχρονα μέσα από την ευρηματική μυθοπλασία του μας ξαναθυμίζει την παλιά καλή λογοτεχνία, εκείνη που σπάνια συναντάμε πια στις μέρες μας…

Σε ένα όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, η Μάμουσα, ή κατά κόσμον Βασιλική, είναι μια νεαρή γυναίκα η οποία επιλέγει την αυτοεξορία της στο Τσιρίγο, τα γνωστά σε όλους μας Κύθηρα. Το παρελθόν δεν στάθηκε γενναιόδωρο ούτε ευγενικό μαζί της. Από πολύ νωρίς, γνώρισε τον ψυχολογικό και σωματικό βιασμό, τον φόβο και την απώλεια, που τελικά την οδήγησαν να διαπράξει ένα έγκλημα επιβεβλημένο· ναι, κάποιες φορές, είναι δυνατόν να χαρακτηριστεί έτσι μια δολοφονία όταν αυτή έχει αποχρώσεις αυτοδικίας ή αυτοάμυνας. Η ηρωίδα μας επιλέγει, λοιπόν, να φύγει μακριά από τον τόπο της –επιδιώκοντας να ξεφύγει από κάθε επώδυνη ανάμνηση και βίωμα του παρελθόντος– και γι’ αυτό ηθελημένα παρουσιάζεται ως μουγκή, «ντύνεται» μια λυτρωτική σιωπή που τη συνοδεύει σε κάθε βήμα της σε αυτήν τη νέα και άγνωστη ζωή που επέβαλε η ίδια στον εαυτό της ως τιμωρία, καλύπτοντας έτσι τις πληγές του παρελθόντος της, που εξακολουθούν να παραμένουν ανεξίτηλες.

Στον άγνωστο αυτόν τόπο, η νεαρή γυναίκα θα ξεκινήσει τη ζωή της από το μηδέν, προσπαθώντας να συμφιλιωθεί με τους «δαίμονές» της. Στην ανηφορική και γεμάτη εμπόδια πορεία της, η Βασιλική θα βρει αναπάντεχους συνοδοιπόρους που θα γλυκάνουν την ψυχή της ρίχνοντας βάλσαμο στα ανοιχτά τραύματά της –όπως η Ελέσσα, ο Στέλιος, ο παπα-Γιώργης και ο Χασού–, αλλά θα έρθει αντιμέτωπη και με απρόσμενους εχθρούς που αγνοεί πως την επιβουλεύονται, όπως ο Γιάννος. Η πολυπόθητη ευτυχία, η λύτρωση, η εξιλέωση και η αγάπη μοιάζουν με άπιαστο όνειρο, ειδικά για ένα τόσο βασανισμένο πλάσμα, όμως η δύναμη της ψυχής κάποιες φορές μπορεί να ξεπεράσει κάθε εμπόδιο, όσο ανυπέρβλητο και αν μοιάζει.

Μέσα σε αυτόν τον αδιανόητο «κυκεώνα» των επαναλαμβανόμενων περιστατικών γυναικείας κακοποίησης και γυναικοκτονιών, στον οποίο έχουμε βυθιστεί τα τελευταία χρόνια, ο Βασίλης Κασσάρας προσθέτει το δικό του σημαντικότατο «λιθαράκι» στον επιβεβλημένο αγώνα αφύπνισης των γυναικών. Η εμβληματική ηρωίδα του, η «άλαλη» Βασιλική, ακόμα και αν οδηγήθηκε στην κατακριτέα αφαίρεση μιας ανθρώπινης ζωής, αποδεικνύει «λαλίστατα» πως η γυναικεία ψυχή μπορεί να κρύβει απρόσμενη δύναμη και ανεξάντλητο σθένος, ακόμα και αν έχει αναγκαστεί να υπομείνει τα πάνδεινα. Μας επισημαίνει πως πάντα πρέπει να αναζητάμε δυνατότητα διαφυγής από μια κακοποιητική και βάναυση συμπεριφορά και να μην την υπομένουμε. Πάντα πρέπει να προσπαθούμε να τη σταματήσουμε, ακόμα κι αν δεν μπορέσαμε να την αποτρέψουμε εξαρχής. Πάντα πρέπει να αγωνιζόμαστε να σηκωθούμε και να ξανασταθούμε στα πόδια μας, ακόμα και αν κάποτε αναγκαστήκαμε να γονατίσουμε και να υποταχθούμε. Τέλος, πάντα πρέπει να ψάχνουμε μέσα μας για να αντλήσουμε έστω και τα τελευταία αποθέματα της ψυχικής δύναμης που απαιτείται για να ξεφύγουμε από τα δεσμά μας και να απελευθερωθούμε.

Ο χαρισματικός συγγραφέας, μέσα από μια γραφή μοναδικά γλαφυρή και παραστατική, μας συμπαρασύρει σε ένα καθηλωτικό αναγνωστικό ταξίδι όχι μόνο στην ελληνική επαρχία των μέσων του 20ου αιώνα, αλλά ταυτόχρονα και σε μια περιπλάνηση στην πολύπλοκη ανθρώπινη ψυχή και στις πιο άγνωστες και σκοτεινιές γωνιές της. Την ίδια στιγμή όμως, μας αναγκάζει να αντικρίσουμε κατάματα όχι μόνο τα πιο σκαιά και πρωτόγονα ένστικτα του ανθρώπου, αλλά και την ανεξάντλητη δύναμη που μπορεί να κρύβει μέσα της μια βασανισμένη, εξευτελισμένη και κακοποιημένη ύπαρξη, ώστε να αφήσει για πάντα τα τραύματα του παρελθόντος στη λήθη και να διεκδικήσει την αδιαπραγμάτευτη ευτυχία που αξίζει σε κάθε άνθρωπο. Οφείλω πολλά και θερμά συγχαρητήρια στον εξαίρετο κύριο Κασσάρα για τη συγκλονιστική «Μάμουσά» του, ένα μυθιστόρημα που αξίζει να διαβαστεί από όλους!

Κλειώ Τσαλαπάτη

«ΜΑΜΟΥΣΑ, Η φωνή της σιωπής», του Βασίλη Κασσάρα – Γράφει η Κλειώ Τσαλαπάτη

 

 

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *