Η Έλια Κουρή συνομιλεί με τη Ζωγραφιά Τσαβέα

Τι ώθησε την Ζωγραφιά Τσαβέα στην ενασχόληση με την γραφή και την συγγραφή;

Η συγγραφή, ειλικρινά, δεν ήταν μέσα στα σχέδια μου. Αν και γενικά αποφεύγω να κάνω οποιοδήποτε σχέδιο, μιας και Κάποιος από εκεί ψηλά γελάει. Μάλλον όμως ήταν στα σχέδια του εκδότη μου, του κ. Γιώργου Κοντογιάννη, από τις εκδόσεις ΕΞΗ, που πίστεψε σε μένα και που με πίεσε, είναι η αλήθεια, να γράψω το πρώτο μου βιβλίο. Τον ευχαριστώ πολύ γι’ αυτό, γιατί είμαι σχεδόν σίγουρη, πως ποτέ δεν θα έκανα από μόνη μου την κίνηση να γράψω ένα πολυσέλιδο βιβλίο. Πάντα έγραφα  μικρά κομμάτια από βιώματα και ιδέες της καθημερινότητας μου, συναισθήματα, χαρές, λύπες, ξεσπάσματα ψυχής – όλα τα αποτύπωνα στο χαρτί έτσι για να μην περάσουν στη λήθη. Γιατί, κακά τα ψέματα, πολύ εύκολα ξεχνάει ο άνθρωπος. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, αναγνωρίζω πως, έστω και αυτά τα λίγα που έγραφα, μου έφερναν ανακούφιση, με γέμιζαν. Μάλλον η γραφή ήταν πάντα μέσα μου, μα… η ζωή με τις υποχρεώσεις και τα δικά της, δεν της άφηνε χώρο. Τώρα, όπως φαίνεται, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για να γίνει κι αυτό. Κάθε πράμα στον καιρό του…  που λένε.

Πείτε μας δυο λόγια για τα βιβλία σας. Γιατί να τα επιλέξει ο αναγνώστης;

Και τα δύο μου βιβλία βασίζονται σε αληθινά γεγονότα, που διαδραματίζονται σε ιστορικές στιγμές. Εξιστορούν τις ζωές υπαρκτών προσώπων. Είναι μικρές, ανθρώπινες ιστορίες, από τις χιλιάδες που απαρτίζουν το παζλ της μεγάλης Ιστορίας του τόπου μας. Με σεβασμό χειρίστηκα αυτά που μου διηγήθηκαν και τα έκανα γραπτά, στην προσπάθεια μου να αφήσω ένα λιθαράκι κι εγώ, να κάνω κάτι για να παραμείνουν στη μνήμη μας τα όσα έζησαν και ένιωσαν εκείνοι οι άνθρωποι.

Με δέος ακούμπησα πάνω στις ψυχές τους κι αφουγκράστηκα αυτά που θα ήθελαν να πουν και να αφήσουν παρακαταθήκη σε μας, τους απογόνους τους. Τα συναισθήματα των ανθρώπων είναι που με συγκινούν περισσότερο από όλα, αυτά που άλλοτε γαληνεύουν κι άλλοτε ταράζουν την ψυχή. Εκεί επικεντρώνομαι, γιατί αυτά είναι που μας κάνουν να ξεχωρίζουμε.

Όποτε κι αν έχει διάθεση ο αναγνώστης να πάρει μια μικρή γεύση Ιστορίας συνοδευόμενης από αρκετό συναίσθημα κι αλήθειες ζωής, μπορεί να επιλέξει τα βιβλία μου.

Στον πρόλογο του βιβλίου σας «Λουλούδι της ψυχής μου», αναφέρετε πως γεννηθήκατε σε ένα τουρκόσπιτο της Ανταλλαγής, άρα έχετε ρίζες από την Μικρά Ασία. Πόσο εύκολο ήταν για σας να μεταφέρετε στο χαρτί πιθανές μνήμες που έχετε από εκείνα τα μέρη με ακούσματα από τα παιδικά σας χρόνια και να συνθέσετε το βιβλίο;

Από την πλευρά του πατέρα μου έχω ρίζες στη Μικρά Ασία κι από της μητέρας μου στον

Πόντο, άλλες ισχυρές καταβολές κι αυτές. Όμως επειδή μεγάλωνα με τη γιαγιά, τη Μικρασιάτισσα, τα ακούσματα μου είναι περισσότερα από εκεί. Αυτά ήταν που με βοήθησαν στην πρώτη μου συγγραφική απόπειρα. Μου ήταν απίστευτα εύκολο να αναφέρομαι σε εκείνους τους τόπους.  Και μου έκανε εντύπωση το πόσο άνετα περιέγραφα κάτι που δεν είχα δει ποτέ. Κάνοντας εδώ μια παρένθεση, θα ήθελα να σας εκμυστηρευτώ πως το πρώτο μου βιβλίο (λόγω έλλειψης χρόνου) γράφτηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου μέσα στο αστικό, τα βράδια που γυρνούσα από την δουλειά. Κι ενώ το λεωφορείο διέσχιζε την Θεσσαλονίκη,  εγώ σεργιανούσα, νοερά, στη Σμύρνη του τότε και ήταν σαν να είχα γεννηθεί εκεί, σαν να μην είχα φύγει ποτέ. Είχα  την εντύπωση πως γνώριζα κάθε μαχαλά της, πως είχα περπατήσει κάθε καλντερίμι της, πως είχα κάνει άπειρες βόλτες στην γεμάτη γοητεία και ζωή παραλία της. Γεύσεις κι αρώματα με κατέκλυζαν και καθώς έγραφα ήταν σαν να τα ζούσα. Τα λόγια της γιαγιάς που σαν παραμύθι διηγιόταν τα πάντα, καλά και άσχημα, ήταν συνεχώς στα αυτιά μου. Τα έβλεπα και τα ένιωθα όλα με το νου. Δεν έγραφα, περιέγραφα αυτά που αντίκριζε η ψυχή μου. Τι σου είναι το DNA τελικά!!!  Όλα καταγεγραμμένα, τα παλιά και τα μελλούμενα. Η Βίβλος του καθενός μας.  Κάθε κύτταρο και μια σελίδα που… προσμένει την αποκωδικοποίηση της.

Τι διαφοροποιεί το «Λουλούδι της ψυχής μου» από ένα κοινότοπο ανάγνωσμα για την Καταστροφή της Σμύρνης;

Δεν ξέρω να σας πω τι μπορεί να είναι αυτό. Έχουν γραφτεί εκατοντάδες βιβλία με αυτό το θέμα κι έχω διαβάσει πολλά από αυτά.  Όμως εγώ ένα ξέρω. Κάθε συγγραφέας αποτυπώνει στο χαρτί αυτό που αισθάνεται κι όπως το αισθάνεται. Άλλος εστιάζει στα ιστορικά γεγονότα, άλλος σε προσωπικές ιστορίες κι άλλος τα περιπλέκει και τα δυο. Εγώ έκανα απλώς μια κατάθεση ψυχής, ανασύροντας από τη μνήμη ακούσματα της παιδικής μου ηλικίας. Η ψυχή μου το έγραφε σαν μνημόσυνο γι’ όλους που υπέστησαν τον διωγμό, που χάθηκαν άδικα, που θυσιάστηκαν στο βωμό δεν ξέρω κι εγώ ποιού μικρόψυχου θεού.  Λουλούδι της ψυχής μου, με αποκαλούσε η γιαγιά μου, η λατρεμένη, προς τιμή της οποίας γράφτηκε. Γιατί  ήταν αυτή που πέρασε στα κύτταρα μου όλα τα πονεμένα βιώματα της. Γιατί ήταν αυτή που τα χάραξε στη  μνήμη μου… έτσι σαν ένα κακό παραμύθι… που είχε όμως καλό τέλος μιας κι εμείς, οι απόγονοί τους, είμαστε ακόμη εδώ και συνεχίζουμε…

Και το δεύτερο βιβλίο σας «Όταν το φεγγάρι έκλεισε τα μάτια» κινείται σε ιστορικό πλαίσιο. Αυτή τη φορά στην Ανατολική Θράκη του 1908 και στην Βουλγαρική Κατοχή. Σας γοητεύει η Ιστορία;

Από μικρό παιδί, πιο πολύ από όλα, με γοήτευε το μάθημα της Ιστορίας. Παθιάζομαι όταν διαβάζω κάθε τι ιστορικό. Ζω τις στιγμές. Χάνομαι στα γεγονότα, με προβληματίζουν οι αποφάσεις, σωστές ή λάθος, με απορροφούν οι αμφιβολίες και το βάρος της ευθύνης των συντελεστών, ψυχανεμίζομαι τα συναισθήματα των πρωταγωνιστών μα και των απλών θεατών της Ιστορίας. Με ενθουσιάζει το γεγονός ότι συνέβησαν όλα αυτά και οι ήρωες μου είχαν πάρει μέρος, πιθανόν, βοηθώντας στην εξέλιξη τους. Κάθε ιστορικό στοιχείο το  γράφω με πολύ προσοχή, έχοντας σαν πρωταρχικό στόχο να μην  παρεκκλίνω μήτε χιλιοστό από την πραγματικότητα. Για την Ανατολική Θράκη, όλοι μας, δεν έχουμε διδαχθεί σχεδόν τίποτε. Εγώ προσωπικά ήξερα ελάχιστα. Γι’ αυτό έκανα έρευνα για να γράψω το δεύτερο βιβλίο μου, που είναι εμπνευσμένο από τη ζωή του παππού του άνδρα μου.  Κι  ενώ για την Μ. Ασία, στο πρώτο μου βιβλίο, έγραφα αβίαστα, για την Θράκη έπρεπε να ψάξω, να διαβάσω, να μάθω, να νιώσω…  Για να μπορέσω να μεταφέρω στο χαρτί,  όσο καλύτερα μπορούσα την ιστορία που ήθελα να πω κι ελπίζω να το κατάφερα…

Πόσο εύκολο ήταν για σας να συνδυάσετε ιστορικά γεγονότα που δεν έχετε ζήσει και να τα πλέξετε με τη μυθοπλασία ώστε το αποτέλεσμα που θα βγει από τη μίξη να σας ανταμείψει;

Κατά ένα μέρος ήταν εύκολο, καθώς μερικά ιστορικά στοιχεία μου έδιναν έμπνευση και κίνητρο να πάω παρακάτω. Να συνεχίσω σε ένα σίγουρο δρόμο μιας και η Ιστορία είναι δεδομένη. Έπειτα δεν γινόταν να μην περιπλέξω τα αληθινά γεγονότα που βίωναν οι ήρωες μου με τα ιστορικά εκείνης της εποχής, τα οποία ήταν τόσα συνταρακτικά, που καθόριζαν τις ζωές όλων. Όσα δεν γνώριζα για την πραγματική ιστορία, μιας και  οι αφηγήσεις άφηναν κάποια κενά, τα συμπλήρωσα με το πολυτιμότερο εργαλείο ενός συγγραφέα, την  φαντασία, που με ένα τρόπο μαγικό ήρθε για να τα ταιριάξει και να τα δέσει όλα μεταξύ τους.

Ετοιμάζετε κάποιο νέο βιβλίο αυτή την περίοδο; Μπορείτε να μας αποκαλύψετε κάτι σχετικά με την πλοκή του;

Η γραφή τελικά είναι εθισμός. Είναι να μην κάνεις την αρχή. Ναι, γράφω το τρίτο μου βιβλίο, το οποίο τελειώνει σύντομα. Άργησα λίγο, μιας και κάποια σοβαρά γεγονότα στη ζωή μου, μού άλλαξαν τα σχέδια ( τι σας έλεγα πριν για Εκείνον που γελάει;) Κι αυτό το βιβλίο βασίζεται σε αληθινά γεγονότα και πρόσωπα. Πόσο μου αρέσει να πατάω στην αλήθεια δεν λέγεται. Να ξέρω ότι οι ήρωες μου υπήρξαν κάποτε και δεν είναι απλώς γεννήματα της φαντασίας μου. Αυτό με βοηθά να τους δίνω άλλη υπόσταση, να συμπάσχω μαζί τους και να ταυτίζομαι. Είναι η ιστορία μιας οικογένειας η οποία ξεκινάει στο Χαλέπι εκεί γύρω στο 1874, το μεγαλύτερο μέρος διαδραματίζεται στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και τελειώνει στην Θεσσαλονίκη. Τα ανθρώπινα συναισθήματα, είναι αυτά που υπερισχύουν και σ’ αυτό το βιβλίο μου, καθώς και κάποια ιστορικά στοιχεία, τόσα όσα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, ώστε να μην κουράσω τον αναγνώστη. Είναι μια ιστορία ανθρώπων…  μια ανθρώπινη ιστορία…

Είστε ιδιοκτήτρια βιβλιοπωλείου στη Θεσσαλονίκη. Τα τελευταία πολύ δύσκολα γεγονότα που βιώνουμε έχουν πλήξει το χώρο του βιβλίου ή συνεχίζουν οι αναγνώστες να καταφεύγουν στην ανάγνωση βιβλίων; 

Τα γεγονότα αυτή τη φορά μας ξεπερνούν, είναι η αλήθεια.  Εύχομαι να τελειώσει γρήγορα κι όσο το δυνατόν πιο ανώδυνα όλο αυτό που ζούμε. Η οικονομική κρίση ήταν κάτι που το παλεύαμε όλοι, λίγο πολύ. Τώρα όμως ο αόρατος εχθρός έχει να κάνει με το ύψιστο αγαθό μας, που πρέπει να το προστατέψουμε με νύχια και με δόντια. Αυτή την ώρα  ροτεραιότητα έχει η υγεία η δική μας κι όλων των άλλων γύρω μας. Οι αναγνώστες σίγουρα έχουν μειωθεί κατά πολύ.

Το βιβλιοπωλείο μου εξάλλου το έχω κλειστό. Όμως αυτή την περίοδο του εγκλεισμού, συνέβη κάτι το ενθαρρυντικό, που μου έδωσε ελπίδα ότι όλα θα πάνε καλά στον χώρο της δουλειάς μου. Όταν  πήγα μια μέρα στο μαγαζί για να πάρω κάτι από μέσα, παρ’ όλο που είχα σβηστά τα φώτα, μια πελάτισσα που περνούσε με τον σκύλο της, με είδε και με παρακάλεσε να της ανοίξω για να αγοράσει δυο βιβλία. «Δεν παλεύεται χωρίς διάβασμα» μου είπε, «τελείωσα όσα είχα, σε παρακαλώ, άσε με να μπω να διαλέξω». Κι εγώ φυσικά δεν μπορούσα να της αρνηθώ. Οι πραγματικοί αναγνώστες δεν πρόκειται ποτέ να σταματήσουν να διαβάζουν. Είμαι σίγουρη πως όλα θα πάνε καλά. Η Ιστορία που τόσο πολύ μου αρέσει, μου έχει διδάξει πως μετά από κάθε φοβερή καταστροφή, πόλεμο ή λοιμό, η ζωή βρίσκει τον τρόπο να επιστρέψει δυνατότερη και πιο λαμπρή από πρώτα.

Κλείνοντας τη συνέντευξη, θέλω να σας ζητήσω να μοιραστείτε μαζί μας ένα μότο σας ή ένα μήνυμα αναφορικά με το βιβλίο, τη συγγραφή ή τη γραφή γενικότερα.

Το μότο που με χαρακτηρίζει από τα εφηβικά μου χρόνια και που συνεχίζει ακόμη… είναι του αγαπημένου μου Κ. Καβάφη. Σαν βγεις στο πηγαιμό για την Ιθάκη… Για το βιβλίο πιστεύω πως  είναι ένα παράθυρο στον κόσμο  που περιμένει εσένα να το ανοίξεις, για να απολαύσεις τη θέα που εσύ και μόνο εσύ μπορείς να δεις…

Σας ευχαριστώ πολύ για την φιλοξενία καθώς και για τον χρόνο που διαθέσατε.

Έλια Κουρή

Kiss my grass

Leave a Reply