“Κόκκινη κλωστή δεμένη σε στολίδι Χριστουγέννων” της Μαρίας Βασιλειάδου

Παραμονή Χριστουγέννων. Ζεστό τσάι στο φλιτζάνι, κάλαντα από παιδικές φωνές -άλλες παράφωνες άλλες καλλίφωνες-, ένα καλάθι με χρωματιστά νήματα τοποθετημένα σχολαστικά μέσα του, εγώ κι εκείνη. Καθισμένες απέναντι η μια από την άλλη, αμίλητες αλλά με γεμάτη ψυχή από όσα οι λέξεις δεν μαρτυρούν αλλά οι καρδιές απλώνουν απλόχερα μια τέτοια μέρα.

Ένα τόσο δα κομμάτι νήμα είχε στα χέρια της. Εκείνα τα γερασμένα, τα γεμάτα ρυτίδες και λεκέδες χέρια που πάντα έλκυαν το βλέμμα μου όταν καθόμουν κοντά της. Ήταν γυναίκα «δουλεμένη» και η ιστορία της ζωής της γραμμένη στο πρόσωπό της. Αυτό το πρόσωπο το τόσο παράξενο. Αφράτο και μαλακό, ροδαλό στα μάγουλα, έντονα ρυτιδιασμένο αλλά λευκό σαν κρέμα γαλακτομπούρεκου. Ο σφιχτά δεμένος κότσος στη βάση του κεφαλιού δεν έδινε καμία αυστηρότητα στο σύνολο. Περισσότερο, θα έλεγα, ότι βρισκόταν εκεί σαν ένα επιπλέον ντεκόρ. Λες και υπήρχε κενός χώρος σε εκείνο το σημείο και τα μαζεμένα μαλλιά γέμιζαν το κενό. Αυτό το πρόσωπο, λοιπόν, ήταν συνέχεια των χεριών. Πόσο παράξενο, ε; Κανονικά θα έπρεπε να πω το αντίθετο. Συνήθως, αυτό που μας ελκύει σε έναν άνθρωπο είναι το βλέμμα. Δεν συνέβαινε, όμως, κάτι τέτοιο με εκείνη. Εκείνη για έμενα ήταν δυο χέρια.

Δυο χέρια, λοιπόν. Δυο χέρια που είχαν γράψει άπειρους αριθμούς στο λογιστικό γραφείο, στο οποίο είχε δουλέψει για είκοσι και βάλε συναπτά έτη, που είχαν φτιάξει εκατοντάδες φορές μαρμελάδες, γλυκά του κουταλιού, βασιλόπιτες, τσουρέκια και Πάστα Φλώρα, που είχαν φυλλομετρήσει -ίσως και χιλιάδες- βιβλία το βράδυ πριν τον ύπνο, που είχαν πιάσει άλλες τόσες φορές το βελόνι για να αποτυπώσουν στο πανί τη φαντασία της και που είχαν χαϊδέψει αμέτρητες φορές τα μαλλιά μου – «εξ απαλών ονύχων» δικών μου έως και την τελευταία μέρα εκείνης πριν το «μεγάλο ταξίδι».

Δυο χέρια που τα θυμάμαι έντονα, κι ας έχουν περάσει τόσα χρόνια από το φευγιό της. Θυμάμαι την κάθε κίνηση των δαχτύλων, τους πεταχτούς κόμπους στις κλειδώσεις, το στράβωμα στην άκρη τους, τα καλά λιμαρισμένα νύχια. Θυμάμαι τη μυρωδιά της κρέμας, την οποία άπλωνε σχολαστικά σε κάθε πτύχωση του δέρματος με κινήσεις πέρα-δώθε, μέχρι να «ρουφήξουν» την υγρασία και να γίνουν βελούδινα. Κι έπειτα, θυμάμαι τα πέντε λεπτά που άφηνε να περάσουν ώστε να φύγει η λίγδα της κρέμας. Και πόσο περίεργο! Έφτανε τόσο λίγο για να γίνει πάλι το δέρμα όπως πριν και να αρχίσει εκ νέου το «άγγιξε», «πλύνε», «σκούπισε», «ξεφλούδισε» και πολλά άλλα ακόμα.

Ένα τόσο δα κομμάτι νήμα είχε στα χέρια της εκείνη την Παραμονή. Κόκκινο με αρκετό χνούδι να πετά δεξιά και αριστερά. Τα δάχτυλά της έπαιζαν μαζί του. Ή μήπως εκείνο έπαιζε με τις ρυτιδωμένες άκρες των χεριών της; Κόκκινο σαν τα μάγουλά της που πάντα ήταν ρόδινα. Τι θυμήθηκα τώρα! Όταν τη φιλούσα στα μάγουλα, γέμιζε η όσφρησή μου άρωμα λεβάντας και περγαμόντου μαζί. Αυτό το άρωμα είχαν οι νύχτες μου κάθε βράδυ που ξάπλωνα στο διπλανό ντιβάνι απ’ το δικό της. Fougère απ’ τον Μπακάκο και παλιό ξύλο από τη μεγάλη δρύινη «ντολάπα» που στεκόταν αγέρωχη στον τοίχο δίπλα από το παράθυρο. Στο παράθυρο που καθόμασταν και συζητάγαμε κάθε απόγευμα τα καλοκαίρια, εκείνη έπινε τον σκέτο ελληνικό καφέ της, τον χωρίς καϊμάκι, κι εγώ τη βυσσινάδα. Στο ίδιο παράθυρο μπροστά, με φόντο όμως τον μουντό καιρό και τις αντανακλάσεις από το άναμμα και το σβήσιμο από τα λαμπάκια στο στολισμένο δέντρο, είναι και ετούτη η ανάμνηση από εκείνη.

Συζητήσεις πολύωρες που, τώρα που τις σκέφτομαι, θα πρέπει να ήταν πολύ βαρετές για εκείνη, αλλά δεν μου το έδειξε ποτέ. Αντίθετα, συμμεριζόταν τον ενθουσιασμό μου και μου χάριζε απλόχερα συμβουλές και χαμόγελα. Αν με ρωτήσεις ποια θυμάμαι από όλες αυτές τις συμβουλές θα σου πω «καμία». Όλες, όμως, μου έρχονται όταν τις χρειαστώ ακόμα και τώρα. Και δεν έρχονται μόνες τους, αλλά με τη χροιά και τον ήχο της φωνής της, την κίνηση των χειλιών της, το φως ή το σκοτάδι του βλέμματός της. Και μαζί με αυτά μου έρχεται ασυναίσθητα και η μυρωδιά της στιγμής εκείνης του παρελθόντος μας.

Κόκκινο νήμα, λοιπόν, ανάμεσα στα δάκτυλά της που μετατράπηκε σε φιόγκο και κατέληξε σε ένα κλαδί του δέντρου, να το στολίζει με το πορφυρό του χρώμα και την τέχνη των δακτύλων της. Την κρατώ σαν κόρη οφθαλμού την ανάμνηση ετούτη, αλλά έχω χάσει εκείνον τον φιόγκο. Από τότε που «έφυγε» δεν έχω δεχτεί να ξαναβάλω φιόγκο πάνω σε χριστουγεννιάτικο δέντρο. Ίσως γιατί δεν θα τον έχει φτιάξει εκείνη. Ίσως γιατί δεν θα βρίσκεται κάπου γύρω να τον δει. Συνεχίζω, όμως, κάθε Παραμονή Χριστουγέννων να φτιάχνω τσάι, να κοιτώ από το παράθυρο και να πηγαίνω πίσω σε εκείνη την ανάμνηση. Ο φιόγκος έχει το ίδιο έντονο χρώμα, το άρωμα από τη Fougère, που έρχεται νοερά στα ρουθούνια, την ίδια ένταση και η συγκεκριμένη μέρα την ίδια νοσταλγία… κάθε χρόνο.