“Μια φάτνη αλλιώτικη…” της Λίνας Σπεντζάρη

Σε λίγες ώρες ξημερώνει, Χριστούγεννα. Όπου να’ ναι θα σημάνουν οι καμπάνες! Η πόλη φοράει τα γιορτινά της. Λαμπιόνια παντού και τα παράθυρα φωτισμένα. Μια μουσική μακρινή, τρυπώνει στο δωμάτιο. Ανοίγει τα μάτια της. Όλα γύρω της σκοτεινά, σαν την καρδιά της. Κι όμως, δεν ήταν πάντα έτσι. Υπήρξαν και τα δικά της παράθυρα φωτεινά κάποτε. Τότε που τα παιδιά της ήταν μικρά. Μα κι αργότερα, όταν μεγάλωσαν. Άσχετα αν ζούνε στα ξένα τώρα πια. Ποτέ τους δεν την ξεχνάνε. Μόνο που τούτες τις γιορτές, κανείς τους δε θα μπορέσει να έρθει. Ούτε τα εγγόνια της.

«Δεν πειράζει. Μόνο να είναι όλοι τους καλά. Οι χαρές τους, είναι και δικές μου χαρές».  Μουρμουρίζει και σκουπίζει ένα δάκρυ.

Κάνει να σηκωθεί, μα το κεφάλι της είναι βαρύ. Πάρε επιτέλους ένα τηλέφωνο στον γιατρό σου! Τη μαλώνει η λογική της. Πόσο ακόμα θ’ αντέξεις! Βήχας και πυρετός μαζί! Να δεις που θα σου πει πως άρπαξες καμιά πνευμονία! Μα η καρδιά της που την ξέρει καλά, της ψιθυρίζει συνεχώς πως είναι της μοναξιάς αυτός ο πυρετός. Και πως ο βήχας της θεριεύει όταν αντικρύζει τις καρέκλες αδειανές. Και πως αν άνοιγε, τώρα δα, η πόρτα κι έτρεχε με λαχτάρα να χωθεί στην αγκαλιά της το στερνοπούλι της, η φλόγα του πυρετού της θα έσβηνε μεμιάς!

Νιώθει το σώμα της μουδιασμένο. Τι να σου κάνει κι αυτό; Τρία μερόνυχτα ψήνεται στον πυρετό. Σήμερα όμως, πρέπει οπωσδήποτε να σηκωθεί! Τρεις ολόκληρες νύχτες δε βγήκε από το σπίτι! Τρεις νύχτες που δεν τάισε τα μωρά της! Θα βολοδέρνουν νηστικά τώρα, μέσα στο κρύο και το χιόνι και θα την περιμένουν! Κάθε βράδυ την περιμένουν! Πρέπει να σηκωθεί! Πρέπει!

Σφίγγει τα δόντια και σηκώνεται. Φοράει τις λαστιχένιες μπότες του κήπου, ρίχνει στην πλάτη το αμπέχονο του πατέρα… Δική του ιδέα ήταν άλλωστε, ν’ αναλάβουν οι δυο τους τα ορφανά της γειτονιάς! Κι από τότε που εκείνος έφυγε για τον ουρανό, όσο δύσκολη και κουραστική κι αν ήταν η μέρα της, έβγαινε κάθε βράδυ αργά για να μοιράζει το συσσίτιο.

Το αμπέχονο του πατέρα, σύντροφος πιστός και παρηγοριά της τα κρύα βράδια του χειμώνα, δε λογάριαζε από βάσανα και κακουχίες. Ήτανε, βλέπεις, κειμήλιο από τον πόλεμο του ’40 κι είχε επιβιώσει από μάχες σκληρές, από βομβαρδισμούς, κατοχή, εμφύλιο… Ακόμη κι από τις επιθέσεις του σκώρου είχε καταφέρει να γλιτώσει, τα σκοτεινά εκείνα χρόνια που έμεινε κλεισμένο στο μπαούλο, με μόνη συντροφιά τη μυρωδιά της ναφθαλίνης και μερικά αχρείαστα κιλίμια. Από την ημέρα όμως, που ο πατέρας της αποφάσισε να γίνει ο προστάτης των ζωντανών της περιοχής και το έχρισε βοηθό του, άλλαξε όλη του η ζωή.

Για την κόρη του που το κληρονόμησε και που σήμερα μόλις και μετά βίας το κουβαλάει, είναι σύμβολο δύναμης. Κάτι σαν την μπέρτα που φοράνε οι σούπερ ήρωες, δηλαδή. Απόψε όμως, είναι σαν κάποιος να γέμισε με πέτρες τις τσέπες του. Ασήκωτο της φαίνεται. Όπως και το σακίδιο με τις προμήθειες. Βγαίνει στο δρόμο. Οι μπότες της βουλιάζουν στο χιόνι. Άθλος το κάθε της βήμα. Με χέρια κοκκαλωμένα από το κρύο, γεμίζει τα μπολάκια των αδέσποτων φίλων της. Τα βασικά, τουλάχιστον. Εκείνο της πλατείας Ελευθερίας, το άλλο του καφενείου, το τρίτο της αλάνας πίσω από το σχολείο… Κοντεύει να φέρει σε πέρας την αποστολή της, όταν κάπου εκεί στο προαύλιο της εκκλησίας, νιώθει τα γόνατά της να λυγίζουν. Όλα γύρω της μαυρίζουν κι ο κόσμος χάνεται…

«Σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον…» Μουρμουρίζει ο Θανασάκης, ο μεγάλος γιος του παπά της ενορίας και τρέχει για να φτάσει πρώτος απ’ όλους στην εκκλησία. Θέλει να χτυπήσει εκείνος την καμπάνα φέτος. Πίσω του ακολουθούν τουρτουρίζοντας, τα πέντε μικρότερα αδέρφια του και πιο πίσω οι γονείς τους. Το θέαμα που αντικρύζει μόλις περνάει τη σιδερένια καγκελόπορτα, του κόβει τα πόδια!

«Μαμά, μπαμπά, τρέξτε!» Ουρλιάζει έντρομος δείχνοντας τη λιπόθυμη γυναίκα. Δεν τρόμαξε που την είδε να κείτεται στο χιόνι. Όχι. Εκείνο που τον τρόμαξε, ήταν τα δεκάδες μάτια που γυάλιζαν πάνω και γύρω από το σώμα της! Με γιγάντιες πυγολαμπίδες έμοιαζαν!

Το ασθενοφόρο έφτασε σε λίγα μόλις λεπτά.

«Είναι ζωντανή! Την έσωσαν τα γατιά!» Δήλωναν ανακουφισμένοι οι διασώστες και τα παιδιά πανηγύριζαν από χαρά! Και δεν πανηγύριζαν μόνο επειδή οι γάτες έσωσαν με τη ζεστασιά τους εκείνη την καλή κυρία που τις τάιζε. Πανηγύριζαν και για κείνα τα μπλε και κόκκινα φωτάκια που αναβόσβηναν ρυθμικά γύρω από το έλκηθρο και τους έκλειναν πονηρά το μάτι. Γιατί τα παιδιά το ασθενοφόρο δεν το είδανε. Το άρμα του Άι Βασίλη είδανε μόνο και τα ρούχα των ξωτικών του, που φωσφόριζαν στο σκοτάδι. Έτσι κι αλλιώς, μονάχα τα παιδιά μπορούν και βλέπουν την αλήθεια καθαρά!