“Χριστούγεννα 1967” της Ευθυμίας Αθανασιάδου

Σέρρες, 1967. Από την προπαραμονή των Χριστουγέννων, άρχισαν να πέφτουν δειλά-δειλά μετά τη δύση του ηλίου, οι πρώτες νιφάδες χιονιού.

Για εμάς δεν ήταν πρωτόγνωρο εκείνη την εποχή το να δούμε χιόνι. Κι όμως, επειδή ήταν παραμονή Χριστουγέννων είχαμε ενθουσιαστεί. Δεν παίρναμε δώρα, δεν γνωρίζαμε αυτή τη χαρά. Η μεγαλύτερη χαρά ήταν το αληθινό μας Χριστουγεννιάτικό δέντρο, στολισμένο και τα πολύχρωμα  φωτάκια του που αναβόσβηναν. Το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι ήταν για εμάς μια μεγάλη ικανοποίηση, τρώγοντας όλοι μαζί σαν οικογένεια. Οι αδερφές μου κι εγώ είμασταν ενθουσιασμένες. Η μητέρα μας, μας παρακολουθούσε και γελούσε κρυφά. Πέρασε αρκετή ώρα μέχρι να πέσουμε για ύπνο. Σχολιάζαμε αν το πρωί τα βρίσκαμε κατάλευκα, ώστε να παίξουμε χιονοπόλεμο με τα παιδιά της γειτονιάς μας. Πριν κοιμηθούμε, πλησίασα το Χριστουγεννιάτικο δέντρο μας, κοίταξα με θαυμασμό τα πανέμορφα στολίδια του, έκλεισα τα μάτια μου, κάνοντας μια ευχή. Τράβηξα αμέσως προς το υπνοδωμάτιό μας, όπου κοιμόμασταν όλες μαζί. Οι αδερφές μου με ρώτησαν για πιο λόγο πήγα στο δέντρο. Η απάντησή μου ήταν πως ήθελα να του μιλήσω, να του πω ένα μυστικό. Έβαλαν τα γέλια, αρχίζοντας να με χλευάζουν, μιας και τους φάνηκε αστεία η κίνηση και η σκέψη μου. Με πήρε ο ύπνος, παρακολουθώντας το αναβοσβήσιμο των πολύχρωμων φώτων του δέντρου μας.

Ξυπνώντας, με το πρώτο φως της ημέρας και ενώ συνεχιζόταν ακατάπαυστα η χιονόπτωση, έκπληκτη αντίκρυσα από το παράθυρο, τις αυλές των σπιτιών γύρω μας,  καλυμμένες από ένα παχύ πέπλο χιονιού. Δεν με ξάφνιασε ιδιαίτερα το γεγονός, διότι, ήδη από τις αρχές του Δεκέμβρη  χιόνισε αρκετές φορές. Μόνο που αυτή τη φορά δεν ήταν όπως οι προηγούμενες χιονοπτώσεις.

Με δυσκολία καταφέραμε να πάμε στην εκκλησία και να επισκεφτούμε τους φίλους μας για τις Χριστουγεννιάτικες ευχές που ανταλλάσσαμε. Μετά το μεσημεριανό τραπέζι,  μαζευτήκαμε όλα τα παιδιά της γειτονιάς στο δρόμο, παίζοντας χιονοπόλεμο και φτιάχνοντας έναν μεγάλο χιονάνθρωπο. Όλα ήμασταν χαρούμενα. Θυμάμαι να βλέπω την μητέρα μου, που βγήκε από το σπίτι, κρατώντας κάτι στα χέρια της και κατευθύνθηκε στο παραπέρα δρόμο που έβγαζε σε  αδιέξοδο. Επιστρέφοντας την ρώτησα εάν πήγε στον ηλικιωμένο παππού της γειτονιάς μας. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, λέγοντας πως δεν πρέπει να ξεχνάμε τους γηραιότερους και μοναχικούς ανθρώπους.

Εκείνα τα χρόνια δεν το είχα συνειδητοποιήσει, τώρα στην ηλικία που είμαι το καταλαβαίνω πολύ καλά. Γνωρίζω πως είναι να είσαι μόνος στον κόσμο. Τότε δεν μπορούσα να νοιώσω και να καταλάβω το μέγεθος της μοναξιάς και λογικό ήταν, επτά χρονών ήμουνα. Ούτε καν το ότι κάποιος άνθρωπος που είχε προσφέρει στην κοινωνία μας, κάποια μέρα, να βρίσκεται στο περιθώριο, απομονωμένος, ξεχασμένος από τον κόσμο.

Ένα είναι σίγουρο, πως αν δεν υπήρχαν οι ηλικιωμένοι άνθρωποι, δεν θα υπήρχε η δικιά μας γενιά. Πόσο σημαντικό είναι, αρκεί να το σκεφτείς. Ακόμη θυμάμαι πως δεν ήταν η πρώτη φορά που τον επισκεπτόταν. Πάντα κάτι κρατούσε στα χέρια της, σκεπασμένο με μια πετσέτα. Πολλές ήταν λοιπόν οι φορές που του πήγαινε φαγητό. Ανατρέχω στο παρελθόν και νοιώθω μια απίστευτη χαρά για την κίνησή της. Η διακριτικότητά της και η σκέψη για έναν ηλικιωμένο άνθρωπο, γινόταν ενθουσιασμός και αγάπη απέναντί της, όχι επειδή τύχαινε να είναι η μητέρα μου, αλλά το ότι μας έδινε με τον τρόπο της ένα παράδειγμα ζωής και ανθρωπιάς προς τον συνάνθρωπό μας. Και η δική μου ευχή, τώρα κατάλαβα πως είχε εκπληρωθεί.

Θυμάμαι έντονα τα λόγια της μητέρας μου «Ο ηλικιωμένος άνθρωπος δεν είναι βάρος, είναι ευθύνη όλων μας!» Πόσο δίκαιο είχε!