“Το ταξίδι” της Ελισάβετ Δανέζη

Βρέχει. Το κεφάλι μου ακουμπάει στο τζάμι του λεωφορείου. Μια γλυκιά θαλπωρή με πλημμυρίζει κι ας ταξιδεύω μόνη. Δέκα μέρες μακριά από όλους και από όλα. Μακάρι να μπορούσα να ξεφύγω κι από μένα. Αδύνατο. Κοιτώ τα ζευγάρια πλάι μου. Δεν με αγγίζει ούτε η ευτυχία τους, ούτε ο συμβιβασμός τους. Κανένας απ’ όλους δεν θυμίζει εμάς. Εμένα κι εκείνον σε ένα αδιαπέραστο, συμπαγές, συγχωνευμένο ένα. Μην αναζητείς το άλλο σου μισό, παρά το ολόκληρο σου, λένε παντού. Ποτέ δεν με ένοιαζε αν ήμασταν δύο μισά ή από ένα ολόκληρο ο καθένας. Θυμάμαι μόνο τα μάτια του, τα χέρια του, τα δάχτυλα του πως άγγιζαν τη σάρκα μου.

Παραμονές Χριστουγέννων οι δυο μας σε ένα αυτοκίνητο μπροστά στη θάλασσα. Μουσική, τσιγάρα και κρασί. Δέκα η ώρα το πρωί. Ήταν η μόνη ώρα ελεύθερη για εμάς. Μετά, θα γυρνούσε στη γυναίκα του. Θα επέστρεφε στα παιδιά του. Ποτέ δεν ήθελα να είμαι η γυναίκα κανενός. Ερωμένη, μου έφτανε να είμαι. Ή μάλλον καλύτερα, ποθητή, αγαπημένη, Δεν ήξερα, δεν ήθελα έρωτες κατακτητικούς όπως τους εννοεί ο κόσμος.

Περπατήσαμε πλάι στο κύμα. Μου κράταγε το χέρι. Σαν κοριτσάκι ένιωσα. Σαν ποτέ ως τότε εγώ, να μην είχα ξανά αγαπηθεί αληθινά. Ύστερα, δίχως λόγο έκλαψα κ έτριψα το πρόσωπο μου στον λαιμό του. Κάτι είπε, έγειρε στον ώμο μου και αυτός. Νομίζω εκείνη ήταν η στιγμή που τον αγάπησα. Τον πόνεσα. Ένιωσα πως ήταν ένας από μένα, ήταν με κάποιο τρόπο δικός μου.

Δεν ήθελα να ανήκω αλλά σταδιακά θέλησα να μου ανήκει. Όταν ανακοίνωσε πως μας τελείωσε, πώς αυτό ήταν, έκανα τα πάντα να αλλάξει γνώμη. Του μίλησα, του θύμωσα, τον παρακάλεσα, τον απείλησα. Τίποτα. Δεν θα άφηνε ποτέ τα παιδιά του. Δεν ξέρω αν αυτό ήταν που τον κράτησε τελικά, ή εκείνη. Αυτό που με πονούσε περισσότερο, ήταν πως δεν ήμουν αρκετή να τον κρατήσω εγώ.

Έγινα ράκος, αδυνάτισα, αρρώστησα. Έφυγα. Περίμενα να τελειώσουν τα πέντε στάδια του πένθους.

Άρνηση, θυμός, διαπραγμάτευση, κατάθλιψη, αποδοχή. Δεν ξέρω αν το αποδέχτηκα εντέλει αλλά συμβιβάστηκα με αυτό. Δεν τον συνάντησα ποτέ ξανά. Άλλαξα σπίτι, άλλαξα δουλειά, άλλαξα τηλέφωνο. Αν μπορούσα θα άλλαζα δέρμα, μάτια και μαλλιά. Να μην έχω τίποτα που να πόθησε, τίποτα που να άγγιξε.

Πέρασε ο καιρός. Ήμουν πάλι εγώ, χωρίς να είμαι εγώ. Χωρίς την ανεμελιά του εγώ μου. Χωρίς την ευκολία του να αλλάζω σταθμούς, να αλλάζω αγκαλιές.

Κι ύστερα μου τηλεφώνησε. Με αναζήτησε, με ανακάλυψε, την έστηνε κάτω από το σπίτι μου, κάτω από τη δουλειά. Δεν άκουγα, δεν έβλεπα, δεν ανταποκρινόμουν. Ήμουν σαν ένα κούτσουρο που προσπαθούσαν να το κάνουν να ανθίσει ξανά.

Δεν τα παρατούσε. Ήταν επίμονος. Αλλά πάντα ευγενικός, μαλακός. Ήξερε, έβλεπε. Μια μικρή σπίθα τόση δα άρχισε να τρεμοπαίζει μέσα μου. Θα μπορούσε να εξελιχθεί ξανά σε πυρκαγιά ή σε ζωογόνο φως. Όχι. Δεν έπρεπε να σκέφτομαι τέτοια. Επέστρεψα στην ψυχοθεραπεία για να μπορέσω να αντισταθώ.

Όσο εγώ αρνιόμουν, τόσο εκείνος με διεκδικούσε. Άρχισα να το απολαμβάνω, να μου αρέσει αυτό το κυνηγητό. Πλησίαζαν Χριστούγεννα. Η πιο αγαπημένη μου εποχή μέσα στο χρόνο. «Θέλω απλά να σε φιλήσω. Να σε πάω μια βόλτα στη θάλασσα, κάπου για φαγητό. Ας πάμε κάπου κι ας μην σ’ αγγίξω, άσε με απλά να σε κοιτώ», είπε.

Κάτι μέσα μου θρυμματιζόταν πάλι. Φωτιά άναβε κι έσβηνε. Ήμασταν δυο μισά; Δυο ατελή πλάσματα που επιτρέπαμε να μας πονάει τόσο πολύ ο άλλος; Κάτι δεν πήγαινε καλά με μας. Μέσα από τη δική του τραγικότητα, την ανάγκη του για τη συγχώρεση και την αποδοχή μου, έβλεπα καθαρά την πρότερη κατάντια μου. Και τον συμπονούσα. Ήξερα ακριβώς τι αισθανόταν κάθε στιγμή.

Του είπα ψέματα πως θα τον περιμένω παραμονή στο σπίτι. Αυτό μόνο. Παραμονή στις εφτά, έλα από εκεί. Χαμογέλασε και έμοιαζε ολόκληρος σαν ένα δέντρο που το στόλισαν και μόλις το έβαλαν να φέξει στην πρίζα.

Το ίδιο πρωί φόρτωνα τη βαλίτσα μου στο λεωφορείο. Θα έκανα μια μακριά οδική διαδρομή. Ήμουν μόνη μου στο κάθισμα. Μόνη και στη ζωή. Η απόλυτη ελευθερία, θα έλεγα κάποτε. Το ίδιο λέω και τώρα. Που το κεφάλι μου χτυπάει στο τζάμι, η βροχή πέφτει απαλά και το λεωφορείο τραβάει μπροστά.

Ένας νεαρός που ταξιδεύει με την παρέα του, έρχεται και κάθεται πλάι μου. Μυρίζει ωραία και εγώ συχνά λειτουργώ σαν λαγωνικό. Με λένε Παύλο, λέει. Ωραία, του λέω και χαμογελάει. Έχει μια ουλή κάτω από το μάτι που τον κάνει να μοιάζει πιο ώριμος από όσο υποψιάζομαι πως είναι.

«Είπαμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό με την παρέα φέτος», με ενημερώνει. «Κάτι παλιομοδίτικο ίσως. Οδική εκδρομή με ταξιδιωτικό». Εγώ μόνο χαμογελούσα. Και κοιτούσα το τσουλούφι που έπεφτε πάνω από τα μάτια του. Τι τον έκανε άραγε να θέλει να απολογηθεί για αυτή την εκδρομή, αναρωτήθηκα. Εγώ ταξιδεύω μόνη. Αυτό. Τίποτα άλλο.

Ο νεαρός μιλούσε. Δεν ήξερε πως έπεσε σε καμένη ζώνη. Μα λίγο λίγο άρχισα να χαμογελώ κι εγώ και δίχως να το καταλάβω, με έπιασα και να γελώ.

Η παρέα του τον φώναζε, τον πείραζε να πάει πίσω κοντά τους στη γαλαρία. Έμοιαζαν παιδιά σε σχολική εκδρομή. Πριν φύγει, μου άγγιξε κάπως το χέρι.

«Πιστεύεις στα θαύματα;», με ρώτησε.

«Πιστεύω», του είπα, «Αλλά κερδίζει πάντα η ζωή».