“Το λάθος” της Ελένης Κοστοβόλου

Οι μνήμες θα είχαν σβήσει τελείως από εκείνα τα Χριστούγεννα που το χιόνι έπεφτε για μέρες πυκνό, αν δεν είχε έρθει φουριόζα η γειτόνισσα, η κυρα-Ευρώπη, τυλιγμένη στο πλεκτό της σάλι. Στα χέρια της κρατούσε ένα φουρνιστό ψωμί μέσα σε μια χασεδένια πετσέτα, και αφού το ακούμπησε στο τραπέζι της κουζίνας, κάθισε στην καρέκλα ασθμαίνοντας.

«Καλώς την! Αξημέρωτα καημένη μου σηκώθηκες να φουρνίσεις;»

Η ηλικιωμένη γυναίκα χαμογέλασε στη μητέρα μου που εκείνη την ώρα έπλενε τα πιάτα στον νεροχύτη και κατόπιν στράφηκε σε μένα. Εγώ, καθισμένη στο χαλάκι μπροστά στη σόμπα πάσχιζα να στήσω ένα σπιτάκι με τα τουβλάκια μου.

«Ελενίτσα! Έλα να φας ζεστό ψωμάκι που σου ‘καμα!»

Η μυρωδιά του ζυμωτού ψωμιού είχε φτάσει κιόλας στη γωνιά μου και παράτησα το παιχνίδι για να στρωθώ σε μια καρέκλα περιμένοντας την αχνιστή μου φέτα. Η κυρά Ευρώπη με κοίταξε πονηρά κι έσκυψε προς το μέρος μου δήθεν συνωμοτικά.

«Ξεύρεις που απόψε θα ‘ρθει ο Άγιος Βασίλης να φέρει δώρα στα καλά παιδάκια;»

Την κοιτούσα ξαφνιασμένη με το στόμα μπουκωμένο από την αφράτη ψίχα και το μυαλό μου γεμάτο απορίες, αλλά με πρόλαβε η μητέρα μου.

«Ποιος; Πού το άκουσες κυρα-Ευρώπη;»

Η γυναίκα έριξε μια φευγαλέα ματιά προς το μέρος μου, την ώρα που την κοιτούσα με τα μάτια ορθάνοιχτα, μετανιωμένη για την τεράστια μπουκιά που μου έφραζε το στόμα και, κατόπιν, έσκυψε συνωμοτικά προς τη μητέρα μου καλύπτοντας με το χέρι το στόμα της.

Ακατάληπτοι ψίθυροι έφταναν στ’ αυτιά μου και το μόνο που μπορούσα να διακρίνω ήταν τα ξεραμένα ζυμάρια στο ανασηκωμένο χέρι της κυρα-Ευρώπης και τα σμιχτά φρύδια της μητέρας μου, όσο άκουγε το περίφημο μυστικό.

Όταν τελείωσε η στιχομυθία, το στόμα μου ήταν, επιτέλους, αδειανό και το ενδιαφέρον μου για το ψωμί είχε χαθεί. Είχα ακούσει για τον Άγιο Βασίλη, αλλά η πληροφορία ότι θα έφερνε εκείνο το βράδυ δώρα μόνο στα “καλά παιδάκια” με γέμιζε ανησυχία. Κοιτούσα γεμάτη αγωνία τα δύο πρόσωπα περιμένοντας τη συνέχεια, αλλά η κυρα-Ευρώπη μόλις τελείωσε σηκώθηκε βιαστική και σφίγγοντας το σάλι πάνω της άνοιξε την εξώπορτα. Μια ριπή παγωμένου αέρα έκανε μια γυροβολιά στο χώρο και συνάντησε το παγωμένο μου βλέμμα που τώρα είχε στυλωθεί στη μητέρα μου περιμένοντας μία απάντηση.

«Αλήθεια θα έρθει!» επιβεβαίωσε καθώς ακουγόταν ο θόρυβος της εξώπορτας που έκλεινε. «Θυμάσαι που σου έλεγα για εκείνον τον καλό άγιο, τον Άγιο Βασίλη, που γιορτάζει κάθε πρωτοχρονιά;»

Θυμόμουν, όμως τα τελευταία νέα ήταν αλλιώτικα. Εκείνος ο Άγιος βοηθούσε όσο ζούσε τους φτωχούς και βρισκόταν πια ψηλά στον ουρανό, κοντά στο Θεούλη, αλλά τώρα πώς θα ερχόταν να φέρει δώρα; Και ποια ήταν τα καλά παιδάκια; Μήπως οι σκανταλιές μου με άφηναν έξω από τούτη τη γιορτή;

«Έμαθε η κυρα-Ευρώπη πως απόψε θα περάσει από όλα τα σπίτια και θ’ αφήσει δώρα στα παιδάκια».

«Σε όλα τα παιδάκια;»

Το χαμόγελο απέναντί μου με καθησύχασε. «Φυσικά σε όλα! Όλα είναι καλά παιδάκια!»

Χαμογέλασα κι εγώ ικανοποιημένη και πέρασα με ανυπομονησία στις επόμενες ερωτήσεις.

«Τι δώρα; Πότε θα έρθει; Πού θα τα αφήσει;»

«Α! Πού να ξέρω; Το βράδυ έμαθε η κυρά Ευρώπη ότι θ’ αφήσει δωράκια στις αυλές. Κάνε λίγη υπομονή…»

Την κοίταξα απογοητευμένη, αλλά εκείνη έδωσε τέλος στη συζήτηση και καταπιάστηκε με το μαγείρεμα. Επέστρεψα κι εγώ στα χρωματιστά μου τουβλάκια μα το παιδικό μου μυαλό  πλημμύρισε ερωτήσεις κι ενδεχόμενα. Πώς θα ερχόταν από τον ουρανό; Είχε, άραγε φτερά σαν τους αγγέλους που έβλεπα στις εικόνες στην εκκλησία; Και τα δώρα; Πώς θα κουβαλούσε τόσα δώρα; Και τι δώρα θα ήταν;

Η μέρα ήταν ατελείωτη. Κι ήταν η πρώτη φορά που λαχταρούσα να πέσει το σκοτάδι και να έρθει η ώρα που θα κουκουλωνόμουν κάτω από τα βαριά μου σκεπάσματα. Τα τουβλάκια μου στέκονταν σκόρπια στο πάτωμα κι όλο μου το ενδιαφέρον βρισκόταν πια έξω από το παράθυρο. Βράδυ έλεγε η πληροφορία, αλλά, ίσως ο άγιος να ερχόταν νωρίτερα για ν’ αφήσει το πολύτιμο δώρο μου στην  αυλή!

«Ελενίτσα, άντε σα καλό παιδάκι να πας για ύπνο!»

Η φωνή του πατέρα μου ακούστηκε λυτρωτική κι εγώ άφησα την τελευταία άχνα από την ανάσα μου στο τζάμι της κουζίνας κι έτρεξα πρόθυμη για το φιλί της καληνύχτας και την απομόνωση του δωματίου μου. Από εκεί τα πράγματα ήταν πιο εύκολα. Το κρεβάτι μου που βρισκόταν ακριβώς κάτω από το παράθυρο άφηνε ανεμπόδιστα το βλέμμα μου να πλανιέται στον ουρανό περιμένοντας όλο αγωνία κάποια κίνηση. Κάθε τόσο σηκωνόμουν και κολλούσα το μέτωπό μου στο παγωμένο τζάμι για να ελέγξω την αυλή, μα το μόνο που αντίκριζα ήταν το χιόνι που έπεφτε πυκνό κάτω από ένα ολόγιομο φεγγάρι, κρυμμένο κι αυτό στα παγωμένα σύννεφα.

Σιγή… η νύχτα όλο και βάθαινε και η πάλη με τα σκεπάσματά μου, καθώς σηκωνόμουν και ξάπλωνα κάθε τόσο, βάρυνε τα παιδικά μου βλέφαρα κι έφερε μυριάδες όνειρα με αγγέλους που σκορπούσαν πολύχρωμα κουτιά με δώρα στη γη. Όμως, εκείνα έπεφταν στις στέγες ή σκάλωναν στα κλαδιά των δέντρων κι εγώ λαχταρούσα και πηδούσα να τα πιάσω, αλλά μάταια. Η γειτονιά είχε γεμίσει δώρα, μα όλα βρίσκονταν ψηλά και όσο και να πάσχιζα, έμεναν μακριά μου.

«Τρέξε Ελενίτσα! Ήρθε ο Άγιος Βασίλης! Τρέξε να δεις το δώρο σου στην αυλή!»

Η μητέρα μου είχε σκύψει πάνω μου και το γλυκό της χαμόγελο έδωσε τέλος στους εφιάλτες μου. Πετάχτηκα όρθια στο κρεβάτι και κοίταξα έξω από το παράθυρο. Ένας λαμπερός χειμωνιάτικος ήλιος έριχνε τις αχτίδες του στο παγωμένο χιόνι κάνοντας τις νιφάδες του να λαμπυρίζουν. Κι εκεί, στο κέντρο της αυλής, ένα χαρτονένιο κουτί είχε μισοσκεπαστεί με χιόνι, όπως και οι πατημασιές που έφταναν ως τη σιδερένια αυλόπορτα.

«Ήρθε!» Ξεφώνισα με ενθουσιασμό και μ’ ένα σάλτο βρέθηκα στο πάτωμα κι από κει τρέχοντας στην εξώπορτα.

«Ελενίτσα περίμενε! Να ντυθείς πρώτα!»

Η φωνή της ίσα που έφτασε στ’ αυτιά μου, καθώς ξυπόλητη κατέβηκα τα παγωμένα σκαλιά και χώθηκα ως το γόνατο στο χιόνι για να φτάσω το δώρο μου.

«Χριστέ μου!» Ακούστηκε εκείνη στο κεφαλόσκαλο, αλλά εγώ είχα κιόλας αρπάξει στην αγκαλιά μου το χαρτονένιο κουτί κι έτρεχα πίσω στη ζεστασιά του σπιτιού. Τα μάγουλά μου είχαν αναψοκοκκινίσει από την αγωνία, και τα πόδια μου ήταν ξυλιασμένα από την παγωνιά, αλλά τίποτα από αυτά δεν μπορούσε να σταματήσει την ανυπομονησία μου, καθώς τίναζα τα χιόνια και πάσχιζα να ανοίξω το κουτί.

«Γέμισες το χαλί χιόνια! Περίμενε…» πάλεψε να με συνετίσει, αλλά μάταια.

Τα παγωμένα μου δάχτυλα είχαν κιόλας χωθεί στο βρεγμένο χαρτόνι και γρήγορα έγιναν τα αποκαλυπτήρια.

Μια πλαστική κίτρινη μπάλα ποδοσφαίρου κύλησε στο πάτωμα και σταμάτησε στα πόδια της μητέρας μου που έμεινε όπως κι εγώ άφωνη κρατώντας ακόμη στα χέρια το πανωφόρι μου. Το βλέμμα μου στυλώθηκε γεμάτο απογοήτευση στη μπάλα και μετά σηκώθηκε σχεδόν βουρκωμένο μέχρι που συνάντησε το δικό της. Μα κι εκεί αντάμωσε την ίδια απογοήτευση.

«Μπάλα…»

«Μπάλα», ψιθύρισε κι εκείνη και στο δωμάτιο απλώθηκε σιγή. Ένα ξύλο έτριξε στη σόμπα την ώρα που η ζεστή της αγκαλιά πάσχισε να ζεστάνει το παγωμένο μου σώμα και ν’ αποδιώξει την απογοήτευση και την πίκρα μου.

«Μια όμορφη μπάλα», βιάστηκε γρήγορα να με παρηγορήσει. «Δες τι όμορφο χρώμα! Θα παίζετε μήλα με τα κορίτσια και….»

«…είναι αγορίστικη», διαμαρτυρήθηκα μέσα από τα δάκρυά μου που κυλούσαν τώρα ασταμάτητα.

«Όχι, κοριτσίστικη είναι!» επέμεινε εκείνη και δίπλα της ακούστηκε και η φωνή του πατέρα μου.

«Κοριτσίστικη είναι Ελενίτσα! Πού είδες να παίζουν αγόρια με κίτρινη μπάλα;»

Και θα με είχαν πείσει, αν το ίδιο πρωί που κατέβηκα ντυμένη ζεστά με το σκουφί και τα μάλλινα γαντάκια μου να παίξω με τα παιδιά της γειτονιάς, δεν έβλεπα τα αγόρια να κλωτσάνε στο χιόνι κίτρινες μπάλες και τα κορίτσια να κρατάνε στην αγκαλιά τους πανέμορφες κούκλες με μαύρες  γυαλιστερές μπούκλες.

Θρήνησα πολύ εκείνη την πρώτη συνάντηση με τον Άγιο Βασίλη. Και δε σταμάτησα να θρηνώ ούτε το επόμενο πρωί όταν ξύπνησα και βρήκα μια τεράστια κούκλα δίπλα στο κρεβάτι μου ότι δήθεν την είχε φέρει εκείνος επειδή είχε κάνει λάθος. Ήμουν βέβαιη ότι την είχαν αγοράσει οι γονείς μου.

Οι σχέσεις μου με τον Άγιο Βασίλη δεν αποκαταστάθηκαν ούτε τα επόμενα χρόνια. Πάντα ένας κρυφός φόβος με κρατούσε μακριά από τον ενθουσιασμό και την προσμονή. Όμορφα δώρα κατά τις επιθυμίες μου, κούκλες, φορέματα και κουζινικά, πάντα έκρυβαν μια αμφιβολία για το μοιραίο λάθος. Πότε σαν σκίρτημα και πότε σαν ένα φευγαλέο φτερούγισμα βρισκόταν πάντα στη σκέψη μου μετριάζοντας τη χαρά.

Κι εκεί, στο κατώφλι της εφηβείας, που αλήθειες και ψέματα γίνονται έτσι κι αλλιώς ένα κουβάρι,  γεννήθηκε αυτονόητα η ανάγκη να αναζητηθεί ο υπαίτιος.

Ήταν παραμονή Πρωτοχρονιάς, κόντευα πια να κλείσω τα δώδεκα, όταν ρώτησα τη μητέρα μου την ώρα που τη βοηθούσα για το γιορτινό δείπνο κι εκείνη μου απάντησε χαμογελώντας.

«Πού το θυμήθηκες; Νόμισα ότι το είχες ξεχάσει πια. Ο διοικητής από το στρατόπεδο που βρισκόταν έξω από το χωριό αποφάσισε με δική του πρωτοβουλία να μοιράσει δώρα στα παιδάκια. Ζήτησε ο καημένος από τον πρόεδρο της κοινότητας πληροφορίες για τα αγόρια και τα κορίτσια του κάθε σπιτιού, αλλά… έκανε το μοιραίο λάθος.»

Εκείνο το ξημέρωμα πρωτοχρονιάς είχε μια γλυκόπικρη γεύση. Ήταν η πρώτη φορά που τα δώρα μου δεν είχαν έρθει με τρόπο μυστηριώδη και μαγικό δίπλα στο κρεβάτι μου, αλλά περίμεναν κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο και το παραμύθι με τον Άγιο Βασίλη είχε σβήσει για πάντα, χωρίς να το έχω ζήσει όπως πρόσμενα. Ακόμη και η εξήγηση για εκείνο το λάθος δεν μπορούσε να με παρηγορήσει. Μ’ έναν αναστεναγμό απογοήτευσης ξάπλωσα στο κρεβάτι μου.

Και τότε είδα ένα όνειρο. Βρισκόμουν έξω από την αυλή του σπιτιού μας και γύρω μου απλωνόταν βαθύ σκοτάδι, ενώ το χιόνι έπεφτε πυκνό. Ίσα που μπορούσα να διακρίνω στο βάθος τα σπίτια του χωριού. Ένα μεγάλο φορτηγό όχημα, που έμοιαζε στρατιωτικό, κινούταν αργά στο χιονισμένο δρόμο. Κάθε τόσο σταματούσε και μια ψηλόλιγνη ανδρική παρουσία κατέβαινε από τη θέση του οδηγού, έπαιρνε ένα χαρτονένιο κουτί από την καρότσα και περπατώντας με δυσκολία στο χιόνι, το άφηνε στην κοντινή αυλή για να οδηγήσει στη συνέχεια μέχρι το επόμενο σπίτι.

Μέχρι που με πλησίασε. Στα χέρια του κρατούσε εκείνο το λάθος χαρτονένιο κουτί. Μπορούσα τώρα να διακρίνω τα στρατιωτικά του ρούχα και τις μαύρες του μπότες που είχαν μουσκέψει από το χιόνι μα όταν σήκωσα το βλέμμα, στο πρόσωπό του αντίκρισα τη μορφή του Αγίου με τη μακριά λευκή γενειάδα, όπως ακριβώς την έβλεπα στα εικονίσματα. Με κοίταξε με μάτια γαλήνια, μου χαμογέλασε γλυκά και η φωνή του ακούστηκε σα ψαλμωδία.

«Να ξέρεις καλό μου παιδί ότι εγώ βρίσκομαι πάντα στα δώρα που προσφέρονται από χέρια γεμάτα αγάπη. Γιατί, τα δώρα αυτά είναι τα πιο πολύτιμα, έστω κι αν δεν είναι για σένα τα σωστά».

Άνοιξα τα μάτια μου και τα ένιωσα να πλημμυρίζουν δάκρυα. Η κίτρινη μπάλα αποκτούσε πια διαφορετική ερμηνεία. Ένας αγαθός άνθρωπος είχε μπει στον κόπο εκείνη τη βραδιά και είχε χωθεί ατέλειωτες ώρες μέσα στο χιόνι προσπαθώντας να δώσει χαρά στις παιδικές ψυχές. Μπορούσα τώρα να αντιληφθώ το μεγαλείο της καρδιάς του που τον μετέτρεπε σε αληθινό άγιο Βασίλη. Ναι… ήμουνα πραγματικά τυχερή γιατί το πρώτο δώρο των παιδικών μου χρόνων ήταν τόσο ξεχωριστό.

Σηκώθηκα από το κρεβάτι και πλησίασα στο παράθυρο. Μικρές νιφάδες στροβιλίζονταν πριν προσγειωθούν στην παγωμένη γη. Στον ουρανό μια λευκή, αχνή γραμμή διέγραφε ένα τόξο και χανόταν στα πυκνά σύννεφα. Χαμογέλασα συγκινημένη για εκείνο το “λάθος” που πια δεν στοίχειωνε την ψυχή μου.

Στο βάθος, στο ξημέρωμα της καινούργιας χρονιάς, τα κίτρινα φώτα του δρόμου τρεμόπαιζαν…

Καλά Χριστούγεννα!!!