“Το πνεύμα των Χριστουγέννων” της Ελένης Βαηνά

Οι εικόνες των στολισμένων κτιρίων, τα χριστουγεννιάτικα δέντρα, οι γιορτινές βιτρίνες των μαγαζιών, οι δρόμοι με τις φωτεινές γιρλάντες έκαναν τρομερή εντύπωση στη νεαρή Ερμιόνη. Θα περνούσε για πρώτη φορά Χριστούγεννα μόνη της σε μια μεγάλη πόλη. Το χωριό που είχε μεγαλώσει, συνήθως τέτοια εποχή, το μόνο στολίδι που είχε ήταν το χιόνι. Και το μόνο μέρος που είχαν να πάνε ήταν η εκκλησία. Τώρα στη μεγάλη πόλη είχε αμέτρητες επιλογές  αλλά ένιωθε τόσο μόνη.

Στο δρόμο  αυτοκίνητα, άνθρωποι τυλιγμένοι στα πανωφόρια τους που περπατούσαν βιαστικοί, φώτα, θόρυβος, κορναρίσματα.  Ένιωθε χαμένη. Τα πρώτα της Χριστούγεννα μακριά από την οικογένεια της. Κρύωνε πάρα πολύ και έστεκε αναποφάσιστη. Βρισκόταν στη Πλατεία Συντάγματος και θαύμαζε το πελώριο Χριστουγεννιάτικο δέντρο, πιο ψηλό και από τον αιωνόβιο Πλάτανο που στεκόταν στη πλατεία του χωριού της. Ξαφνικά την έπιασε μια αφόρητη νοσταλγία.

Το μυαλό της πετούσε στο τζάκι του σπιτιού της με τη φωτιά που έκαιγε συνεχώς για να ζεσταίνονται, στα φαγητά που έψηνε η γιαγιά της, στη μητέρα της που πάντα την ενθάρρυνε, στο πατέρα της που εργαζόταν σκληρά. Θυμόταν το κάτασπρο τοπίο στο βουνό που ήταν σκαρφαλωμένο το χωριουδάκι της, τα κλαδιά των δέντρων που βάραιναν από το χιόνι, τις νιφάδες που έπεφταν  πυκνές.

Ξαφνικά ότι της φαινόταν αφόρητο μέχρι χτες, της έλειπε πάρα πολύ. Τι δουλειά είχε εκεί ολομόναχη; Προσπάθησε να επιβληθεί στον άγριο χτύπο της καρδιάς της. Τα είχε καταφέρει και έπρεπε να χαίρεται. Τελείωσε το σχολείο με μεγάλους κόπους και βάσανα και ναι είχε περάσει στην Ιατρική Σχολή. Ο μικρός τόπος που γεννήθηκε και μεγάλωσε δεν χωρούσε τα όνειρα της. Από τότε που θυμόταν τον εαυτό της ονειρευόταν να φύγει. Η αγροτική ζωή, η φτώχεια που είχε μεγαλώσει, την έκαναν να πεισμώσει. Και να που τα κατάφερε. Δεν ακολούθησε τη μοίρα των κοριτσιών που μετά το γυμνάσιο παντρεύονταν και έκαναν οικογένεια. Ήθελε να γίνει γιατρός. Είχε αποφασίσει να κάνει γιορτές μακριά από το τόπο της για πρώτη φορά στη ζωή της. Θα έβγαζε και μερικά έξτρα χρήματα από τη δουλειά που είχε βρει.

Γιατί την είχε πιάσει μελαγχολία; Τι της έλειπε;  Ζούσε το όνειρο της ήδη. Είχε ανοίξει τα φτερά της και πετούσε. Είχε βρει σπίτι και ταυτόχρονα κρατούσε κάποια παιδάκια τα Σαββατοκύριακα για να βγάζει τα έξοδα της. Γύρισε στο σπίτι της, μια μικρή ημιυπόγεια γκαρσονιέρα στη Κυψέλη. Στο εσωτερικό του με τα λιγοστά έπιπλα, έκανε περισσότερο κρύο, παρά έξω. Εκεί δεν υπήρχε Χριστουγεννιάτικο δέντρο, ούτε φαγητό στο φούρνο, ούτε Άγιος Βασίλης για να της αφήσει ένα δώρο. Πόσο πολύ λαχταρούσε ένα δώρο. Άναψε μια μικρή θερμάστρα. Η υγρασία της περόνιαζε τα κόκκαλα. Την πήρε ο ύπνος με δάκρυα στα μάτια.

Ταξίδεψε πίσω στο τόπο της. Καθόταν μπροστά στη φωτιά και έβλεπε τα ξύλα που καίγονταν και τριζοβολούσαν. Τι ωραία φλόγα! Όλα ήταν πιο όμορφα, πιο ζεστά. Και αυτή δεν ήταν η ίδια, είχε μεγαλώσει, ήταν ήδη γιατρός. Μα πώς είχαν περάσει τα χρόνια έτσι; Την ξύπνησε το κουδούνι. Τρόμαξε, δεν περίμενε κανέναν. Κοίταξε από το ματάκι της πόρτας και απορημένη είδε τους γονείς της και τη γιαγιά της. Άνοιξε τη πόρτα και έπεσε στην αγκαλιά τους. Τελικά ήρθε το δώρο που είχε παρακαλέσει. Η οικογένεια της. Οι άνθρωποι που την είχαν στηρίξει, είχαν πιστέψει σε αυτήν και τώρα ένιωθαν περήφανοι που η μικρή τους Ερμιόνη σπούδαζε γιατρός στην πρωτεύουσα. Η γιαγιά της έβγαζε από ένα μεγάλο καλάθι και αράδιαζε στο τραπέζι της κουζίνας πίτες, μαγειρεμένα φαγητά και ζυμωτό ψωμί. Ήδη είχε μυρίσει όμορφα.

Δεν πήγαινε η καρδιά τους να την αφήσουν μόνη και είχαν κουβαληθεί στην άλλη άκρη της Ελλάδας. Ευκαιρία να δουν και τη πρωτεύουσα. Μέχρι και η γιαγιά της είχε βρει το κουράγιο να ταξιδέψει στο καταχείμωνο, αυτή που δεν είχε βγει από την αυλή του φτωχικού τους.

Ξαφνικά κατάλαβε ότι το σπίτι και η ζωή σου η ίδια, ομορφαίνει με ένα μόνο τρόπο. Όταν βρίσκεσαι ανάμεσα σε ανθρώπους που αγαπάς. Καμία πόλη, κανένα στολίδι, κανένα δώρο, καμία πρόοδος και κανένα επίτευγμα όσο σπουδαίο και αν είναι, τίποτα απολύτως δεν μπορεί να σου προσφέρει χαρά, αν δεν περιστοιχίζεσαι από τους ανθρώπους που αγαπάς και σε αγαπάνε.

Δεν μπορείς να νιώσεις γιορτές όταν είσαι μοναχός σου. Όσα σπουδαία πράγματα και αν έχεις καταφέρει. Από όσα θαυμαστά πράγματα και αν περιστοιχίζεσαι, αν λείπει η θαλπωρή και η συντροφιά αγαπημένων προσώπων, νιώθεις το κρύο να παγώνει την καρδιά σου.  Το μόνο στολίδι με διαχρονική αξία  είναι η αγάπη των δικών σου ανθρώπων. Το πνεύμα των Χριστουγέννων χτύπησε τη δική της πόρτα εκείνο το πρωί και ας μην ήταν ο Άγιος Βασίλης. Ακόμη καλύτερα, ήταν η οικογένεια της.