“Μιά πόλη χωρίς γιορτές” της Βασιλικής Διαμαντή

Τα νεύρα της ήταν σε άσχημη κατάσταση, της φταίγανε όλα. Η μάνα της την πήρε εκατό φορές τηλέφωνο να της πει ότι την περιμένει τα Χριστούγεννα -όχι, δεν ήθελε να πάει, την έπιανε βαρεμάρα στα οικογενειακά τραπέζια-, η αδερφή  της την ρωτούσε επίμονα αν είχε χρόνο να πάνε στην αγορά για τα χριστουγεννιάτικα δώρα, και η φίλη της, που είχε να τη δει μήνα και βάλε, αποθύμησε τώρα να πιεί έναν καφέ μαζί της. Δεν ήθελε να δει κανέναν. Γιατί να είναι κακό να θέλει κάποιος την ησυχία του; Γιατί να είναι κακό να αγαπάει κάποιος τη μοναξιά του; Γιατί είναι κακό να μισεί τις γιορτές;

Δούλευε κοντά δεκαπέντε ώρες την ημέρα, έτρωγε στο πόδι, γυρνούσε πτώμα στο σπίτι και το μόνο που είχε κουράγιο να κάνει ήταν να χαζεύει στο κινητό της. Της ήταν βάρος όλοι και όλα, δεν ήθελε ν’ ακούσει για τις ανιαρές ζωές τους, για τις πίτες και τα γλυκά τους, για τα λαμπερά ρούχα των γιορτών, για τα σχολεία των ανιψιών της και τα τραπέζια που ετοίμαζε η μάνα της. Τι φτωχά μυαλά όλοι τους! Ξόδευαν τη φαιά ουσία στην ανούσια καθημερινότητα, σαν τα υπάκουα προβατάκια που πάνε ακόμα και στη σφαγή με σκυμμένο το κεφάλι. Εκείνη δεν ήταν έτσι. Δούλευε σε μια διαφημιστική εταιρεία, μελετούσε τα προφίλ ομάδων στα κοινωνικά δίκτυα (social media) και δημιουργούσε ομάδες στόχους (target group). Έτσι για κάθε πελάτη που απευθυνόταν στην εταιρεία για να διαφημίσει το προϊόν του είχε να προτείνει μια ομάδα στόχο στην οποία θα μπορούσε να διαφημιστεί. Ταξίδια, συζητήσεις και συμφωνίες με πολυεθνικές, γεύματα εργασίας, καμιά βραδιά πάθους με κάποιον τυχαίο για να ηρεμήσουν τα νεύρα και όλα καλά.

Έτσι γούσταρε να ζήσει, τους ήθελε όλους έξω από τον κύκλο που έφτιαξε γύρω της, καμία επιρροή από κανέναν, κανένα συναίσθημα, γιατί η επιτυχία ήταν σκοπός ζωής. Οι δεσμεύσεις την πήγαιναν πίσω, την φρέναραν, οι σχέσεις ήταν βαρίδια που ήθελε να αποτινάξει από πάνω της. Ας την άφηναν επιτέλους στην ησυχία της όλοι! Ούτε Χριστούγεννα την ένοιαζαν, ούτε τίποτα! Μισούσε τις γιορτές! Επιτέλους, τι τους ζητούσε, να κρατήσουν όλοι μια απόσταση από τη ζωή της, να μη νοιάζονται για κείνη, για να μην έχει και η ίδια ενοχές που δεν βρίσκει χρόνο να ασχοληθεί μαζί τους. Και το πιο βασικό, να σταματήσουν να τη φορτώνουν με σαχλούς συναισθηματισμούς και να μην αναμοχλεύουν ξεχασμένα αισθήματα που ξεφορτώθηκε πριν από πολύ καιρό! Δεν είχε χρόνο για τέτοια! Η ζωή της ήταν τακτοποιημένη σε κουτάκια, κι εκεί ήθελε να την αφήσει.

Κοιμόταν πάντα ελαφριά, πεταγόταν με τον παραμικρό θόρυβο και ετοιμαζόταν για τη δουλειά χωρίς να βαρυγκωμάει. Όμως, σήμερα, έπεσε θαρρείς σε λήθαργο και την τύλιξαν κάτι περίεργα όνειρα.

Ταξίδευε, λέει, στο όνειρό της, μέρες ολόκληρες, μέχρι που βρέθηκε σε μια πόλη που ονομαζόταν «Πόλη χωρίς γιορτές». Οι ταμπέλες προειδοποιούσαν τους κατοίκους να κρατούν αποστάσεις ο ένας από τον άλλο. «Κρατάτε Αποστάσεις», «Σεβαστείτε τη Μοναχικότητα του άλλου», «Η συγγένεια δεν είναι αναγνωρίσιμος δεσμός», «Η αγάπη είναι ουτοπία», «Ευτυχία είναι μόνο η εργασία», «Οι γιορτές είναι χάσιμο χρόνου». Αυτό ήταν! Εδώ μπορούσε να ζήσει για πάντα! Εδώ όλοι κρατούσαν αποστάσεις από τους άλλους και σέβονταν τη μοναχικότητα του ατόμου. Επιτέλους, βρήκε την πόλη που της ταίριαζε!

Βρήκε ένα ωραίο σπίτι, μοναχικό, και εξοπλίστηκε με όλα τα απαραίτητα: υπολογιστές, μεγάλες οθόνες και συσκευές εικονικής πραγματικότητας. Ο τέλειος κόσμος της, εκεί που κανένας δεν θα μπορούσε να εισχωρήσει! Δούλευε από το σπίτι, μιλούσε και έκλεινε δουλειές με βιντεοκλήσεις, παράγγελνε φαγητό και έτρωγε μέσα, μέχρι και εικονικό σεξ άρχισε να κάνει φορώντας τα VR γυαλιά της. Απέκτησε και κατοικίδιο, τον Webdog, ένα διαδικτυακό σκυλάκι. Τι υπέροχα που ζούσε, δεν επισκεπτόταν κανέναν και δεν την επισκεπτόταν κανένας. Όταν ήθελε να ξεδώσει ταξίδευε μέσα από την τεράστια οθόνη της σε όποια χώρα ήθελε και χαλάρωνε.

Εκείνο το πρωί ξύπνησε άρρωστη, πονούσε το κεφάλι της τρομερά και η ένδειξη θερμοκρασίας του σώματός της ήταν πολύ υψηλή. Ο υπερσύγχρονος ανιχνευτής σώματος άναψε το λαμπάκι του, διάγνωση δεν της έδινε, της έγραψε όμως ένα μήνυμα: «άγνωστη αιτία νόσησης». Μπιπ, μπιπ, μπιπ…

«Ηλίθιο μηχάνημα, θα πεις τι έχω; Δώσε μου οδηγίες τι να κάνω! Στα δύσκολα σε θέλω!»

Έμεινε όλη την ημέρα στο κρεβάτι, αλλά δεν άλλαξε κάτι στην κατάσταση της υγείας της, δυστυχώς χειροτέρευε συνεχώς. Πήρε άδεια από τη δουλειά της γιατί δεν είχε κουράγιο να μιλήσει σε κανέναν. Άλλωστε, ποιος να την ψάξει, με τη μάνα της και την αδερφή της είχε βάλει πρόγραμμα, μιλούσαν μια φορά την εβδομάδα στο τηλέφωνο και ήταν για κείνη καταναγκαστικά έργα, δεν είχε καμιά όρεξη τώρα να το αλλάξει. Η μάνα της θα τρελαινόταν από αγωνία, θα κινούσε γη και ουρανό να την ξετρυπώσει για να την περιποιηθεί και η αδερφή της τα ίδια. Δεν ήθελε κανέναν στο κεφάλι της!

Την επόμενη μέρα δεν είχε κουράγιο ούτε φαγητό να παραγγείλει, ψηνόταν στον πυρετό και δεν μπορούσε να κουνήσει ούτε τα χέρια της. Ήθελε νερό αλλά δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Νηστικιά και χωρίς φάρμακα, ονειρευόταν την περιποίηση της μανούλας της που και νεκρούς ανάσταινε! Όμως ήταν μόνη της, όπως επέλεξε να ζήσει, «Κρατάτε Αποστάσεις!», «Σεβαστείτε τη Μοναχικότητα του άλλου!», σφυροκοπούσε στα μηνίγγια της. Έπεσε σε λήθαργο, μπορεί και να πέθαινε αφού δεν είχε κανέναν να την βοηθήσει. Έτσι ήθελε να ζήσει πάντα, όμως ποτέ δεν σκέφτηκε ότι θα το πλήρωνε με την ίδια της τη ζωή! Όχι, δεν ήθελε να πεθάνει έτσι!

Πετάχτηκε όρθια από το κρεβάτι λουσμένη στον ιδρώτα, το κινητό της χτυπούσε σαν τρελό.

«Έλα μαμά!»

«Πού είσαι κορίτσι μου; Τρόμαξα μην έπαθες κάτι! Γιατί δεν σηκώνεις το τηλέφωνο;»

«Κοιμόμουνα μαμά…»

«Σήμερα είναι Παραμονή Χριστουγέννων, το βράδυ στις οκτώ να έρθεις στο σπίτι, θα είναι και η αδελφή σου με τα παιδιά, σας ετοιμάζω λιχουδιές! Ο μπαμπάς σου έχει τρελαθεί από τη χαρά του που θα σας έχει κοντά του! Αν θέλεις μπορείς να μείνεις απόψε σε μας, αφού και αύριο εδώ θα φάμε! Μας έλειψες αγάπη μου, όλο δουλειές έχεις! Παιδάκι μου γλυκό, σε λατρεύω!»

«Θα είμαι εκεί, μαμά μου…»

Πήρε τηλέφωνο και ζήτησε άδεια από τη δουλειά, δεν θυμόταν καν από πότε είχε να πάρει άδεια. Πήγε στην αγορά και αγόρασε δώρα για όλους, τα διάλεξε μόνη της, για τα ανίψια της πήρε διπλά, ρούχα και παιχνίδια. Πήρε τηλέφωνο τη φίλη της και ήπιαν καφέ, γέλασαν και μίλησαν για τις τρέλες που έκαναν παλιά. Πήρε τηλέφωνο την αδερφή της να της πει ότι θα ειδωθούν το βράδυ. Ήταν ευτυχισμένη. Το βράδυ θα καθόταν στο τραπέζι με την οικογένειά της, θα έδινε και θα έπαιρνε αγάπη. Θα την ντάντευαν οι γονείς της και θα ένιωθε ξανά παιδί. Το είχε ανάγκη! Είχε ανάγκη να βρεθεί με ανθρώπους που νοιαζόταν για κείνη, να δώσει και να πάρει αγάπη, να παίξει με τ’ ανίψια της και να χτίσουν όλοι μαζί κοινές ευτυχισμένες αναμνήσεις.  Κατάλαβε πως η αγάπη, είναι ό,τι πιο σημαντικό έχουν οι άνθρωποι και μας πλημμυρίζει την εποχή των Χριστουγέννων.

Αυτές οι γιορτές ήταν το καλύτερο μάθημα που της έδινε η ζωή, για να το βάλει καλά στο μυαλό της ότι δεν ήταν μηχανή αλλά άνθρωπος. Και ξαφνικά, η «Πόλη χωρίς γιορτές» έγινε το πιο μισητό της μέρος πάνω στη γη!