“Μία παραμονή Χριστουγέννων” του Αλέξη Σάλτη

Η μητέρα μου, μού εξήγησε υπομονετικά πως αν δεν πήγαινα για ύπνο, ο Άγιος Βασίλης δεν θα ερχόταν.

Για πολλοστή φορά εκείνη τη μέρα, με ενημέρωσε για το πως είχε διαμορφωθεί εδώ και αιώνες η όλη διαδικασία με τον καλοκάγαθο παππούλη από την Καισαρεία, και μου επισήμανε, πως δεν επρόκειτο όλα αυτά να αλλάξουν εξαιτίας μου. Ο κανόνας ήταν απαράβατος. Τον Άγιο, δεν έπρεπε σε καμιά περίπτωση να τον δει κάποιο παιδί την ώρα που μοιράζει τα δώρα. Τέλος. Αν ο μη γένοιτο συνέβαινε κάτι τέτοιο, τα μάγια που μετέφεραν το έλκηθρό του στον αέρα, και του επέτρεπαν να περνάει σε άυλη μορφή μέσα από τα ταβάνια -στο σπίτι μας δεν υπήρχε τζάκι- θα έσπαγαν με ένα ηχηρό ΠΟΠ σαν τεράστια σαπουνόφουσκα, και εκείνος θα τηλεμεταφερόταν ξανά στον Βόρειο Πόλο μαζί με τους ταράνδους του, με συνοπτικές διαδικασίες. Όλα τα καλά παιδιά έτσι κι αλλιώς, μου είπε, που άξιζαν να πάρουν δώρο, κοιμόταν τέτοιες ώρες, και αν τον περίμεναν ξενυχτώντας για να τον δουν, εξ’ ορισμού θα γινόταν άτακτα, και δεν θα έπαιρναν απολύτως τίποτα, εξαιτίας και μόνο αυτής της τελευταίας παρασπονδίας. Τζάμπα δηλαδή μια ολόκληρη χρονιά εγκαρτέρησης.

Μου ακουγόταν λογικό. Ταίριαζε εξάλλου με όλα όσα ήξερα μέχρι τότε για τον Άγιο Βασίλη. Κανένας από τους συμμαθητές μου στο σχολείο δεν είχε καταφέρει να τον δει, ποτέ. Εκτός ίσως, από τον Κώστα τον Τσιακούμη. Αυτός, κυκλοφορούσε δεξιά και αριστερά την φήμη πως την προηγούμενη χρονιά, τον περίμενε κρυμμένος πίσω από τις κουρτίνες στο σαλόνι τους, και τον είδε, να αφήνει τα δώρα νυχοπατώντας σαν γάτα. «Ήταν χοντρός, διπλάσιος από  τον πατέρα μου!» μας είχε πει ο Κώστας, με τα μάτια του γουρλωμένα σαν πιατάκια του καφέ. Το γεγονός αυτό, ήταν από μόνο του πολύ εντυπωσιακό, μιας και ο πατέρας του Κώστα ήταν ο πιο μεγαλόσωμος άντρας της γειτονιάς, κυρίως σε πλάτος, και μας έκανε να μείνουμε όλοι σκεπτικοί. Αλλά πάλι, ο Κώστας το προηγούμενο καλοκαίρι, επέμενε πως είχε δει ένα φάντασμα, να πετάει τριγύρω καλυμμένο με ένα σεντόνι μέσα στο σπίτι του στο χωριό, και πως ο πατέρας του, το κυνήγησε με ένα μπαστούνι τρέχοντας μέχρι έξω στην αυλή -εντάξει, αυτό το «τρέχοντας» ήταν κόκκινο σημαιάκι.

Δεν τον πολυπίστευα, μετά ειδικά και από αυτήν την ιστορία. Τα φαντάσματα δεν υπήρχαν, μου το ‘χαν ξεκαθαρίσει οι δικοί μου πολλάκις. Οπότε, και η μαρτυρία του για τον Άη Βασίλη, έμπαζε νερά.

Όμως, παρότι η λογική και τα επιχειρήματα της μητέρας μου για το ότι έπρεπε να πάω στο κρεβάτι μου σε λίγο ήταν στιβαρότατα, εγώ είχα τους λόγους μου που ήθελα να περιμένω.

Ο Γιάννης ο Ράικος, ένας άλλος φίλος και συμμαθητής μου, την προηγούμενη εβδομάδα, ακριβώς πριν κλείσουν τα σχολεία για τις γιορτές, το ξεφούρνισε. Μου είχε πει εμπιστευτικά όπως πηγαίναμε να πιούμε νερό στην κοπάνα με τις βρύσες στο προαύλιο, πως ο Άγιος Βασίλης, δεν υπήρχε καν. Μου κόπηκαν τα πόδια όταν τον άκουσα να το ξεστομίζει έτσι απλά, με το πιο βαριεστημένο ύφος του κόσμου, αν και δεν το έδειξα, και συνέχισα να πίνω νερό απτόητος. Μετά, αφού σκούπισα το σαγόνι μου με το μανίκι μου, τον κοίταξα καχύποπτα στενεύοντας τα μάτια μου, και του έκανα την ερώτηση ματ.

«Και τα δώρα, ποιός τα φέρνει τότε;»

«Οι γονείς μας ρε ηλίθιε!» μου απάντησε εκείνος απηυδισμένος.

Δεν μπορούσα να κουνηθώ. Το χειρότερο ήταν, πως βαθιά μέσα μου, νομίζω πως το ήξερα.

Έτσι, είχα αποφασίσει εκείνο το βράδυ να μάθω την αλήθεια. Θα την διαπίστωνα με τα ίδια μου τα μάτια. Αλλά, η μητέρα μου, είχε αρχίσει σιγά σιγά να με πείθει πως αυτό δεν ήταν εφικτό, για πρακτικούς λόγους. Άσε που διακινδύνευα να χάσω το δώρο αν τελικά τον περίμενα. Η αλήθεια ήταν, πως είχα αρχίσει να νυστάζω και κάπως. Κόντευε εννιά, και στις δέκα ως γνωστόν έπρεπε να είμαι στο κρεβάτι μου. Ο χαρωπός Άγιος με τα Κόκκινα, θα ερχόταν πολύ αργά, μετά τις δώδεκα, μπορεί και ξημερώματα -άκρως εξωτικά, και απαγορευμένα ωράρια για μένα.

Το σίγουρο ήταν πως  θα κατέφθανε κάποια στιγμή μέχρι το πρωί της 25ης Δεκεμβρίου που θα ξυπνούσαμε, και θα τρέχαμε στο δέντρο.

Εκείνο το βράδυ ήταν Παραμονή Χριστουγέννων. Τα δώρα στο σπίτι μας, τα παίρναμε πάντα Χριστούγεννα, και όχι Πρωτοχρονιά, του Αγίου Βασιλείου. Τότε, είχαμε και άλλη γιορτή στην οικογένεια μας, αυτή του αδερφού μου.

Ο αδερφός μου ο Βασίλης, ήταν μεγαλύτερος από μένα, πέντε ολόκληρα χρόνια! -τεράστιο χρονικό διάστημα, αναλογικά με τα εφτά χρόνια που εγώ υπήρχα στον πλανήτη.

Καθόταν μαζί μου τώρα στην κουζίνα, φορώντας μια γαλάζια πυτζάμα, όσο εγώ παζάρευα την πιθανότητα να μείνω ξύπνιος, και μάλλον ανεχόταν και αυτός, όπως και η μητέρα μου την μουρμούρα μου. Η μητέρα μου είχε ανέβει στο σπίτι για λίγο από τη δουλειά για να μας βάλει να φάμε. Είχαν μία «Βιοτεχνία Γυναικείων Ενδυμάτων» -κάτι που είχα αποστηθίσει με μεγάλη δυσκολία και απήγγειλα όταν με ρωτούσαν τι δουλειά έκαναν- με τον πατέρα μου, ακριβώς κάτω από το διαμέρισμά μας. Ο πατέρας μου θα ανέβαινε αργότερα. Ακόμα ήταν στο μαγαζί, πιθανότατα κόβοντας πατρόν ή λαδώνοντας τις ραπτομηχανες, μιας και η Χριστουγεννιάτικη περίοδος είχε πολύ τρέξιμο.

«Έι…», ψιθύρισε ο αδερφός μου όσο η μητέρα μου μάζευε τα άδεια πια πιάτα μας.

«..Πήγαινε κοίτα κάτω από το κρεβάτι…».

Τον κοίταξα με περιέργεια. Γιατί μου το έλεγε έτσι σιγανά; Κάτι βρωμούσε.

«Τι;» τον ρώτησα, αλλά άηχα, χωρίς να ακούγομαι. Η κλαγγή των πιάτων στον νεροχύτη, μου έλεγε πως έτσι κι αλλιώς, η μητέρα μου ήταν απασχολημένη.

«Πήγαινε» σχημάτισε και εκείνος την λέξη με τα χείλη του, χωρίς να μιλά.

Έσπρωξα την καρέκλα μου προς τα πίσω, φροντίζοντας να μην κάνει πολύ θόρυβο τρίζοντας, και κατευθύνθηκα σιγανά προς τον διάδρομο που οδηγούσε στο δωμάτιό μας -είχαμε ένα κοινό δωμάτιο με τον αδερφό μου- με εκείνον να με ακολουθεί.

«Σε λίγο πλένετε δόντια!» άκουσα τη μητέρα μου να φωνάζει πίσω μας.

Περάσαμε από το σαλόνι, όπου τα φώτα ήταν σβηστά, και είδα το δέντρο μας.

Ανάμεσα από τα πράσινα κλαδιά του, χρυσαφένια φωτάκια χόρευαν ρυθμικά στο σκοτάδι, σκούρες μωβ  γιρλάντες διασταυρωνόταν, και ήταν φορτωμένο με κόκκινες και ασημένιες μπάλες, που είχαν την κακή συνήθεια να σπάνε με το παραμικρό. Κάτω, στη βάση του, υπήρχε μια μικρή φάτνη, με όλη την ομάδα, Μαρία, Ιωσήφ, Μάγους, γαϊδουράκια, τα πάντα. Και φυσικά το Θείο Βρέφος. Ήταν φωτιζόμενη, από έναν μικρό λαμπτήρα στο εσωτερικό της. Όπως πάντα, όταν το είδα, το κοίταξα μαγεμένος. Ακριβώς εκεί από κάτω θα γινόταν όλα. Ο Άγιος Βασίλης, θα στεκόταν εκεί ακριβώς, σε λίγες μόνο ώρες.

Εκτός, αν ο Γιάννης ο Ράικος, έλεγε την αλήθεια.

Συνέχισα να περπατώ με τον αδερφό μου μέχρι που μπήκαμε στο δωμάτιο μας. Τα κρεβάτια μας, το ένα δίπλα στο άλλο, ήταν στρωμένα, και έτοιμα να μας υποδεχτούν, με τις δύο ίδιες, πιο αγαπημένες μου κουβέρτες, που απεικόνιζαν από μία πορτοκαλί καμηλοπάρδαλη σε καφέ φόντο -ή καφέ λεοπάρδαλη σε πορτοκαλί φόντο αν τις έστρωνες από την ανάποδη.

Έσκυψα κάτω από το κρεβάτι, και αυτό που είδα μου προκάλεσε ανείπωτο τρόμο.

Υπήρχε ένα κουτί εκεί κάτω. Τυλιγμένο με γυαλιστερό χαρτί, και δεμένο με χρωματιστή κορδέλα.

Κατάλαβα αυτομάτως τι είχε συμβεί. Αυτό ήταν το δώρο μου. Αυτό που θεωρητικά θα μου έφερνε ο Άγιος Βασίλης αργότερα. Οι γονείς μου το είχαν αγοράσει, και το έκρυψαν εκεί, μέχρι να το βάλουν οι ίδιοι κάτω από το δέντρο το επόμενο πρωί. Ναι, θα μπορούσαν ίσως να βρουν καλύτερη κρυψώνα, αλλά μάλλον δεν προλάβαιναν. Ήταν προφανώς απασχολημένοι με το να φλομώνουν το παιδικό μου μυαλό με ψέματα. Όλος ο  κόσμος μου γκρεμίστηκε.

«Πάρτο» μου είπε ο αδερφός μου, και γύρισα κοιτώντας τον περίεργα.

Δεν ένιωθα πως είχε έρθει η ώρα να κάνω την επανάσταση μου στα εφτά -είχα ακόμα χρόνια μέχρι την εφηβεία. Θεωρούσα πως παρά την απάτη και τον εμπαιγμό, δεν ήταν σωστό να το ανοίξω από τώρα. Έπρεπε να γίνει την επόμενη.

Λες και διάβασε την σκέψη μου, ο αδερφός μου έσκυψε, και το τράβηξε έξω ο ίδιος.

«Δεν χρειάζεται να περιμένεις μέχρι αύριο. Άνοιξέ το».

Έπιασα το κουτί, και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, αποφάσισα πως θα τον άκουγα. Έσκισα ένα μέρος από το χαρτί με μια κίνηση, και είδα το σκληρό πρόσωπο ενός πολεμιστή Βίκινγκ να με κοιτάει ουρλιάζοντας. «Κάστρα και Πολιορκητές». Το παιχνίδι που είχε στοιχειώσει τα όνειρά μου, που ήθελα τόσο, όσο κανένα άλλο παιχνίδι στο παρελθόν, βρισκόταν στα χέρια μου. Έμεινα άναυδος.

«Ξέρω πως το ήθελες, και στο πήρα» είπε ο αδερφός μου χαμογελώντας.

Πως έγινε αυτό; σκέφτηκα μπερδεμένος και έστρεψε το βλέμμα μου πάνω του. Ο αδερφός μου ήταν παιδί, δεν ήταν δουλειά του να παίρνει δώρα, δεν είχε καν χρήματα.

«Έμειναν πολλά από τα κάλαντα, γύρισα όλη την Καρδίτσα τραγουδώντας. Και στο πήρα» ξανάπε. Ως συνήθως, διάβαζε τη σκέψη μου. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Ήθελα να τον αγκαλιάσω, αλλά έμεινα ακίνητος, κρατώντας σφιχτά στην αγκαλιά μου το κουτί, με το πιο πολύτιμο περιεχόμενο που υπήρχε. (Ήταν και λίγο φλώρικο να παιρνεις αγκαλιές. Δεν το κάναμε συχνά.)

«Είπα στη μαμά, πως θα στο έδινα σήμερα, δεν κρατιόμουν μέχρι αύριο. Και είπε αφού είναι το δικό μου δώρο, να στο δώσω όποτε θέλω. Ας το ανοίξουμε να δούμε τι έχει μέσα, γιατί σε λίγο πρέπει να πας για ύπνο. Άκουσες τι σου λεγε πριν για τον Άγιο Βασίλη».

Τον κοίταξα σαν να με ζεμάτισε με καυτό νερό.

Θα το ρίσκαρα. Θα τον ρωτούσα. Ο αδερφός μου ήταν μεγαλύτερος από μένα, και ήξερε περισσότερα. Πλέον, με το δώρο που μου έκανε, είχε αναβαθμιστεί στα μάτια μου. Έμοιαζε σχεδόν με ενήλικα.

«Βασίλη..» του είπα «..θέλω αν μου πεις..Υπάρχει ο Άγιος Βασίλης;»

Με κοίταξε σοβαρά, για αρκετή ώρα. Και μετά, μου είπε την αλήθεια.

«Φυσικά και υπάρχει».

Ήμουν το πιο ευτυχισμένο παιδί του κόσμου.

Ο Γιάννης ο Ράικος, έλεγε μπούρδες.