“Αρκεί να το πιστέψεις” της Άση Κιούρα

Η επιχείρηση βρίσκεται στην καρδιά της πόλης εδώ κι εβδομήντα χρόνια. Η μητέρα μου το κληρονόμησε από τον πατέρα της, και εγώ από την μητέρα μου. Κάποιοι το αποκαλούν κατάστημα εποχιακών ειδών, εγώ το ονομάζω το μαγαζί της αγάπης. Εδώ είδα να γεννιέται η ελπίδα. Εδώ είδα  ανθρώπους να ξαναγεννιούνται από τις στάχτες τους. Μία από αυτούς είμαι κι εγώ.

Στην ερώτηση των γονιών μου τι θα ήθελα να κάνω στην ζωή μου, η απάντηση βγήκε σαν σφαίρα από το στόμα μου.  «Θα ασχοληθώ με την οικογενειακή επιχείρηση, αυτή που δεκαετίες πριν είχε φέρει στον κόσμο ο παππούς Νοέλ».  Θυμάμαι ακόμη την μορφή του, τα καλοσυνάτα μάτια του, το πάντα χαρούμενο πρόσωπό του. Μικρό κοριτσάκι σαν ήμουν με ρωτούσαν αν πίστευα στον Άγιο Βασίλη. Πίστευα, και πιστεύω ακόμα.   Για μένα ο αγαπημένος  Άγιος  των παιδιών είχε το πρόσωπο και  την ψυχή του παππού μου. Έφυγε παραμονή Χριστουγέννων εννιά χρόνια πριν, αφήνοντάς μου, ένα γράμμα.

Μικρή μου Μαρί,

Η μαγεία των Χριστουγέννων, μπορεί όλα να τα ανατρέψει. Τα δάκρυα λύπης να γίνουν δάκρυα χαράς. Ο θυμός να γίνει αγάπη και από το σκοτάδι να γεννηθεί το φως. Αρκεί να πιστέψεις. Πίστεψε στο θαύμα, και εκείνο θα έρθει να σε βρει. 

Ο πάντα δικός σου, παππούς Νοέλ 

Αρχές Δεκέμβρη, ο χειμώνας είχε δείξει το ψυχρό πρόσωπό του. Τσουχτερό κρύο και παγωνιά ένιωσε η Μαρί μόλις βγήκε έξω. Έσφιξε δυνατά το μάλλινο κασκόλ γύρω από τον λαιμό της και ξεκίνησε για το μαγαζί. Αγαπούσε τα πρωινά του Δεκέμβρη, ήταν τα προεόρτια των Χριστουγέννων.

Μαρί, ένα κορίτσι διαφορετικό από τα άλλα. Μια νεαρή γυναίκα όμορφη μέσα στην απλότητα της.  Κοντό μαύρο καρέ, φράντζα, η οποία ακουμπούσε στα φρύδια, σταρένια επιδερμίδα, γεμάτα χείλη, μελί μάτια.  Δεν την έλεγες ψιλή, αλλά ούτε κοντή. Απείχε πολύ από τα κορίτσια της γενιάς της. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, παρουσίαζε την δουλειά της, όχι  όμως την σπάνια ομορφιά της.

Δεν πίστευε στον ψηφιακό κόσμο. Αγαπούσε τα βιβλία στην κλασσική τους μορφή, και όχι στην ηλεκτρονική τους μορφή. Όταν έβλεπε αψεγάδιαστες γυναίκες στην τηλεόραση, εκείνη χαμογελούσε περνώντας τη γλώσσα της πάνω από το λίγο στραβό μα τόσο χαριτωμένο μπροστινό δόντι της.

Η Μαρί όμως πίστευε στο Θαύμα των Χριστουγέννων. Όπως πίστευε και στον έρωτα που τον καρτερούσε χρόνια. Δεν έχανε την πίστη της, αν είναι να έρθει θα έρθει, έλεγε, κλείνοντας με τσαχπινιά το μάτι στην φωτογραφία του παππού της στο σκρίνιο απέναντι. Ήταν πάντα ευαίσθητη, καλοσυνάτη, πρόθυμη να βοηθήσει και να σπείρει χαρά. Ήξερε πώς μια καλημέρα  με έναν γείτονα που ήταν μόνος και πάντα σκυθρωπός,  μια κουβέντα με την μάνα που μεγάλωνε μόνη  το κοριτσάκι της,  ένα χαιρετισμό με την γιαγιά που έμενε κοντά στο μικρό μαγαζί με ντελικατέσεν στην γωνία μπορούσε να φτιάξει την μέρα τους.  Έδινε απλόχερα αγάπη, που τόσο ανάγκη την είχε ο κόσμος. Θυμόταν πάντα τα λόγια του παππού της. «Από αγάπη δεν έπαθε κανείς τίποτα καλή μου, από αδιαφορία υποφέρει ο κόσμος», και έβαζε το γλύκισμα από τα φρούτα του δάσους στο στόμα της. Το μαγαζί της κοντά στο κέντρο του Παρισιού, ήταν ένα μέρος παραμυθένιο, με αστραφτερά πολύχρωμα λαμπάκια, εξαιρετικές χειροποίητες κατασκευές και με προσοχή διαλεγμένα στολίδια.  Ο χώρος μοσχοβολούσε διακριτικό άρωμα κανέλλας ανακατεμένο με μυρωδιά πευκοβελόνας και ζεστού κρασιού.

Έπινε τον καφέ της χαζεύοντας μέσα από την μεγάλη τζαμαρία τον κόσμο, που βιαστικά κινούνταν να πάει  στον προορισμό του.  Τα χαμόγελα έσβηναν το ένα πίσω από το άλλο. Κάθε άνθρωπός έχει την δική του ιστορία, σκεφτόταν. Κάθε ψυχή κουβαλούσε τον δικό της σταυρό. Και πολύ λυπόταν όταν σκεφτόταν πως και αυτά τα Χριστούγεννα, πολλοί από αυτούς θα ήταν και πάλι μόνοι. Για αυτό και εκείνο το κρύο πρωινό δεκαεπτά μέρες πριν τα Χριστούγεννα, η Μαρί αποφάσισε να κάνει κάτι διαφορετικό. Ενθουσιασμένη σημείωσε στην ατζέντα της.

  1. Χριστουγεννιάτικη γιορτή 24 Δεκεμβρίου.
  2. Πρόσκληση ανοιχτή.
  3. Ας γιορτάσουμε μαζί τη γιορτή της αγάπης.

Η αφίσα δόθηκε εκείνο κιόλας το πρωινό για εκτύπωση. Μια εβδομάδα πριν την γέννηση του Χριστού θα κοσμούσε τα κεντρικά σημεία της γειτονιάς τους. Τώρα μόνο έμεινε να τεθεί το σχέδιο σε εφαρμογή. Άναψε τσιγάρο κοιτώντας τον σκεπασμένο με σύννεφα ουρανό.

Ο Λούκας ένας άντρας γύρο στα σαράντα, πετυχημένος ηλεκτρολόγος στο επάγγελμα, έμενε τα τελευταία δέκα χρόνια πολύ κοντά στην Μαρί. Ήσυχος σοβαρός μα πάντα αγέλαστος, δεν άργησε να γίνει η τροφή του κόσμου. «Ο πάντα μουτρωμένος Λούκας», τον αποκαλούσαν άντρες και γυναίκες γελώντας κοροϊδευτικά  στο πέρασμά του. Η Μαρί τον συμπαθούσε και ήταν σίγουρη πως πίσω από το πάντα σοβαρό προσωπείο του κρυβόταν μια σπάνια ψυχή.

Ήξερε τα δρομολόγια του, στις δουλειές του πήγαινε με το ποδήλατο ή με τα πόδια, μα πάντα περνούσε κατά της εννιά έξω από το μαγαζί της. Εκείνη την ημέρα έκανε κρύο, παρόλα αυτά έπινε τον καφέ της στο έξω τραπέζι. Τον είδε να έρχεται με το κεφάλι του σκυμμένο, θαρρείς και  μετρούσε τα βήματά του . «Μεσιέ Λούκας», χρειάστηκε να φωνάξει τρεις  φορές για να την ακούσει. Έβγαλε τα ακουστικά από τα αυτιά . Δεν χαμογέλασε, αλλά καλημέρισε με την ευγένεια ενός άντρα που ήξερε να σταθεί. «Ορίστε Μαντάμ Μαρί, τι θα θέλατε;» πρόταση κοφτή, λέξεις μετρημένες. «Μεσιέ Λούκας θα ήθελα την βοήθειά σας, διοργανώνω μια γιορτή για την παραμονή των Χριστουγέννων, χρειάζομαι την υποστήριξη ενός καλού και έμπειρου ηλεκτρολόγου, να σκέφτηκα μήπως μπορούσατε να με βοηθήσετε, με τον φωτισμό ασφαλώς και θα πληρωθείτε». «Πότε;» ρώτησε απλά. «Στις 24.12, αλλά θα ήθελα στις 23.12 να είναι όλα έτοιμα.  Και γιατί όχι θα μπορούσαμε να γιορτάσουμε όλοι μαζί».

«Θα αρχίσουμε τις εργασίες μια εβδομάδα πριν Μαρί. Καλή σου μέρα». Αγέλαστος συνέχισε την πορεία του. Κανείς δεν είδε την σπίθα στα μάτια του, κανείς δεν ένιωσε τη ζέστη που κατέκλισε την καρδιά του. Συνέχισε τον δρόμο του. Ένιωσε κάτι, μα δεν ήξερε να το εκφράσει με λόγια.  Η Μαρί τον κοιτούσε να απομακρύνετε, μα δεν μπορούσε να δει το πρόσωπό του, που έλαμπε σαν το αυγουστιάτικο φεγγάρι.

Το επόμενο πρωί πριν πάει στο μαγαζί, πέρασε από την Κλοέ που έμενε δίπλα ακριβώς το μάρκετ, στο οποίο και εργαζόταν. Την συμπαθούσε ιδιαίτερα. Ήταν πάντα χαμογελαστή και ευγενική στο ταμείο. Υπήρχαν μέρες που δεν είχε κίνηση και τότε καθόταν λίγο παραπάνω αφού είχε πληρώσει και μιλούσε με την Κλοέ. Αντιλαμβανόταν πως είχε ανάγκη, την συντροφιά της, να ανταλλάξει κουβέντα με μια σχεδόν συνομήλικη της. Φίλες δεν είχε, όχι ότι δεν ήθελε, χρόνο δεν είχε . Μεγάλωνε την κόρη μόνη, ο άντρας της, πατέρας της Έμα τις εγκατέλειψε στα πρώτα γενέθλια της, για μια άλλη γυναίκα. Τα ίχνη του χαμένα, δεν τον αναζήτησε, απλά πήρε την ζωή στα χέρια της, δουλεύοντας στο μάρκετ, πολλά απογεύματα και σαββατοκύριακα παρέα με την μονάκριβή της έντεκα χρονών πλέον.  Παράπονο δεν είχε. Ευγνωμοσύνη ένιωθε. Δεν έχανε ποτέ την πίστη της, Πίστευε στα μικρά μεγάλα θαύματα της ζωής. Πίστευε στην μαγεία των Χριστουγέννων.

Εκείνο το πρωί, μόλις την είδε την καλημέρισε σκουπίζοντας τα δάκρυα από τα μάτια της. Η Μαρί προσπέρασε το γεγονός, σαν να μη συνέβη τίποτα.  Της μίλησε εγκάρδια , ζήτησε την βοήθειά της για την γιορτή που ετοίμαζε . «Θα ήθελα να με βοηθήσεις με τον κόσμο και την οργάνωση. Μόνη μου δεν θα τα καταφέρω», την ενημέρωσε για τα σχέδια και το πρόγραμμα της. «Ας γιορτάσουμε όλοι μαζί, τι λες;». Τα δάκρυα λύπης μετατράπηκαν σε δάκρυα χαράς, σηκώθηκε από την θέση της, την αγκάλιασε σφιχτά. «Σε ευχαριστώ, σε ευχαριστώ πολύ», ψιθύριζε μέσα από τα αναφιλητά της. Συγκινημένη απομακρύνθηκε η Μαρί. Η Κλοέ, που ποτέ δεν είχε πάρει άδεια ζήτησε από την υπεύθυνη τμήματος την τελευταία εβδομάδα πριν από τα Χριστούγεννα ρεπό. Της δόθηκε με μεγάλη χαρά. Εκείνο το απόγευμα γύρισε χαρούμενη και ευτυχισμένη  στο σπίτι, η όποια θλίψη είχε εξαφανιστεί δια μαγείας. Η Έμα την περίμενε στην μικρή κουζίνα κάνοντας τα μαθήματά της. «Αγάπη μου», την έσφιξε στην αγκαλιά της. «Μωρό μου, φέτος, ναι φέτος έχουμε σχέδια για τις γιορτές».  Ένα δάκρυ κύλισε στο τρυφερό μάγουλο της Έμα. Ήταν αυτό της ευτυχίας. Πάντα πίστευε στον Αι Βασίλη, ποτέ δεν την ξεχνούσε, και ήξερε… Πάντα είχε μέσα της φωλιασμένη την ελπίδα. Αγκαλιασμένες μαμά και κόρη, τις βρήκε το βράδυ.

Μαντάμ Μπερνανέτ… η ηλικιωμένη γυναίκα έσερνε το καροτσάκι με τα λαχανικά από την λαϊκή, θαρρείς και έσερνε την ματαιοδοξία όλου του κόσμου. Το καλό αυτί άκουσε κάποιον να φωνάζει το όνομά της, μα σημασία δεν έδωσε. Χρόνια είχαν να την φωνάξουν στον δρόμο, να την αναζητήσουν στο σπίτι. Τον τελευταίο καιρό, σκεφτόταν να πάει σε γηροκομείο. Χρήματα είχε. Αγάπη και στοργή της έλλειπαν. Τα εγγόνια της έλλειπαν. Τα έβλεπε να μεγαλώνουν μέσα από φωτογραφίες. Η Κλόε την προσπέρασε και της έκλεισε τον δρόμο. Μόνο τότε η  Μαντάμ Μπερνανέτ σταμάτησε τον αγρό λυπημένο βηματισμό της, αντιλαμβανόμενη πώς τελικά το καλό αυτί, καλά είχε ακούσει. Η Μαρί την χαιρέτησε εγκάρδια. Αφού την ρώτησε πώς είναι, ζήτησε την  βοήθειά της. «Θα χαιρόμουνα πολύ αν μπορούσατε να με βοηθήσετε στον στολισμό των τραπεζιών. Δεν  είναι πολλά, απλά τόσα χρόνια που σας γνωρίζω σαν πελάτισσα μου, εμπιστεύομαι το καλό και λεπτεπίλεπτο γούστο σας. Και γιατί όχι ας γιορτάσουμε όλοι μαζί, την παραμονή», είπε.

Η μεγάλη γυναίκα δεν μπόρεσε να κρύψει το χαμόγελό της. «Δώσε μου χρόνο μέχρι αύριο χρυσό μου» της είπε ακουμπώντας το μπράτσο της Μαρί, τεντώνοντας το τρεμάμενο χέρι της. «Να συνεννοηθώ με τα παιδιά μου, είναι και τα εγγονάκια μου, βλέπεις κάθε χρόνο…». Η κουβέντα έμεινε στην μέση, η φωνή της ράγισε. Έβλεπε την νέα γυναίκα να απομακρύνεται, και η καρδιά της φτερούγησε. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Η ψυχή της γέμισε αγάπη. Κάποιος την θυμήθηκε. Ήξερε πως και φέτος κανείς δεν θα ερχόταν, δεν ήθελε να αποκαλύψει την αλήθεια. Ντρεπόταν. Μα φέτος είχε σχέδια, φέτος δεν θα ήταν μόνη. Έφτασε στο μικρό κομψό διαμέρισμα της, με βήμα γεμάτο ζωντάνια. Έβαλε στο  πικαπ να παίζει Έντιθ Πιάφ, και κεράστηκε ένα ποτήρι καλό κρασί. Πάντα πίστευε στο θαύμα και στην μαγεία των Χριστουγέννων. Το πρωί η Μαρί βρήκε την Μαντάμ Μπερνανέτ να την περιμένει έξω από το μαγαζί. «Χρυσό μου κορίτσι θα μπορέσω τελικά να σε βοηθήσω, φέτος τα παιδιά και τα εγγόνια μου δεν θα έρθουν»,  μιλούσε μη μπορώντας να  την κοιτάξει στα μάτια . Η Μαρί την έσφιξε στην αγκαλιά της. Εκείνο το πρωινό του Σαββάτου αφού πρώτα ήπιαν καφέ, τρώγοντας φρέσκα παλμιέ, εξυπηρέτησαν παρέα τον κόσμο.  Όταν η Μαρί έκλεισε το μαγαζί, έπιασε  την Μπερνανέτ αγκαζέ. «Και τώρα πάμε να σου κάνω το τραπέζι, έχουμε πολλά να πούμε».

Δεκαεπτά Δεκεμβρίου, μέρα Κυριακή, δέκα το πρωί. Η Μαρί σηκώθηκε αισιόδοξη και ευτυχισμένη, το σπίτι δεν την κρατούσε, ξεκίνησε τρία τέταρτα πιο νωρίς, έχοντας μαζί της την τάρτα από φράουλες που είχε φτιάξει, ένα μεγάλο θερμό με καφέ, και ένα μικρότερο με κακάο. Δεν ήταν όμως η μόνη που βγήκε εκείνη την ώρα. Φτάνοντας στο μαγαζί συνάντησε την Κλόε με την Έμα, τον Λούκα και την Μαντάμ Μπερναντέτ. Την αμηχανία της στιγμής την έσπασε η Έμα, έτρεξε στην αγκαλιά όλων χαρίζοντας τους από ένα χειροποίητο χριστουγεννιάτικο αστέρι. Με καλλιγραφικά γραμμένα γράμματα  σε κάθε αστέρι έγραφε το ίδιο. «Φτάνει να πιστέψεις. Έμα» . Οι γυναίκες δεν μπόρεσαν να κρύψουν την συγκίνηση τους.  Ο Λούκας το ντροπαλό χαμόγελό του, που ακόμα δεν μπορούσε να το διαχειριστεί.

Ρίχτηκαν με  ζήλο στη δουλειά. Οργάνωσαν τα πάντα. Όλοι μαζί κόλλησαν τις αφίσες σε λίγα κεντρικά σημεία. Ο φωτισμός ξεπερνούσε κάθε προσδοκία, το ίδιο και το ντεκόρ . Οι πελάτες ενημερωνόταν από την Έμα , εξυπηρετούνταν από την Μπερνανέτ και την Κλοέ. Όλα έμοιαζαν από παραμύθι βγαλμένα.

Στις 24  Δεκεμβρίου ο Λούκας ετοιμάστηκε με μεγάλη προσοχή έχοντας στο μυαλό του την Μαρί, το ζεστό της βλέμμα,  την πάντα καλή κουβέντα της. Μα περισσότερο τα μάτια της που έμοιαζαν με τα δικά του.Τα χείλη της που είχαν ανάγκη να αγαπηθούν, όπως και τα δικά  του. Την μοναξιά της που δεν άντεχε άλλο. Την μοναξιά του που δεν άντεχε άλλο. Η Κλόε μετά από χρόνια αγόρασε καινούριο φόρεμα, γόβες και μια μαύρη γούνα. Μετά από χρόνια ένιωθε γυναίκα, ζωντανή, ευτυχισμένη. Αγόρασε και στην Έμα καινούρια ρούχα και ένα ζευγάρι όμορφα κόκκινα παπούτσια. Ένας κόκκινος φιόγκος κοσμούσε τα μαλλιά της. Το κοριτσάκι δεν χόρταινε να βλέπει τον εαυτό του στον καθρέφτη. Δεν χόρταινε να βλέπει την μαμά της επιτέλους να χαμογελά. Η Μπερνατέτ έβγαλε το καλό σύνολο από την ντουλάπα, με το ασορτί καπέλο. Τύλιξε από βραδύς τα βαμβακένια μαλλιά της με ρόλεϊ. Ξύπνησε νωρίς. Έστρωσε το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι, το στόλισε έτσι όπως το στόλιζε τα τελευταία χρόνια. Με την ίδια αγάπη, την ίδια στοργή και φροντίδα. Ίσως… Δεν έπαψε ποτέ να πιστεύει στα θαύματα. Φέτος τα Χριστούγεννα δεν θα την έβρισκαν μόνη. Το τηλέφωνο χτύπησε και φέτος την ίδια ώρα. Μα δεν ήταν κανείς εκεί να απαντήσει. «Δεν πειράζει», είπε ο γαμπρός της στην κόρη της. «Βάλε το κινητό σου σε λειτουργία πτήσης, όταν φτάσουμε προσπάθησε να την ξαναπάρεις».

Η Μαρί, γιορτινά ντυμένη, με μια γλυκιά μελαγχολία που φώλιαζε  στην καρδιά της ανυπομονούσε για αυτή τη βραδιά. Οι άνθρωποι που είχαν έρθει πρόσφατα στην ζωή της, ήταν η οικογένεια που πια δεν είχε. Λίγες μέρες είχαν σταθεί ικανές να δεθούνε, να νιώσουνε πως επιτέλους  ανήκουν κάπου.  Όλα αυτά την γέμιζαν με χαρά, αλλά της έλλειπε κάτι δικό της. Έλεγαν πώς στις 24 Δεκεμβρίου οι ουρανοί είναι ανοιχτοί , πώς οι επιθυμίες σαν ειπωθούνε γίνονται πραγματικότητα. Στάθηκε μπροστά στο μεγάλο παράθυρο, το άνοιξε διάπλατα, ο πύργος του Άιφελ γιορτινά φωτισμένος, γέμιζε με ελπίδα τους Παριζιάνους  και τους χιλιάδες τουρίστες που είχαν επισκεφτεί την πιο ερωτική πόλη του κόσμου.  Κοίταξε  τον ουρανό έκανε μια ευχή. Πήρε κλειδιά τσάντα και τσιγάρα. Η γιορτή ξεκινούσε σε λίγο.

Δεν  μαζεύτηκαν πολλοί.  Λίγοι και καλοί. Περιπλανώμενες ψυχές που βρήκαν κάπου να ακουμπήσουν. Για κάποιους από αυτούς, δεν υπήρχε θέση σε κάποιο γιορτινό τραπέζι. Θα ήταν μόνοι τους, ξαπλωμένοι στον καναπέ ή στο κρεβάτι του άδειου σπιτιού τους. Είναι αυτοί που θα κρυβόταν πίσω από ένα παράθυρο, μια πόρτα, κρυφακούγοντας για λίγο, πριν μπούνε στο διαμέρισμά τους, για να γευτούν έστω για λίγες στιγμές, το όνειρο μιας άλλης ζωής, χωρίς έννοιες, μοναξιά, στεναχώρια.

Η Μαρί μιλούσε με όλους, έκανε τους πάντες να νιώσουν ξεχωριστοί. Τούς ένιωθε. Θαύμα είναι και αυτό να μπορείς να δίνεις αγάπη. Θαύμα είναι να μπορείς να ζωγραφίζεις χαμόγελα στα πρόσωπα των ανθρώπων που τόσο πολύ το έχουν ανάγκη. Ένας από αυτούς και ο Μαρσέλ. Νέος πετυχημένος γοητευτικός, καθηγητής πανεπιστημίου. Είχε προτάσεις για την παραμονή των Χριστουγέννων, μα καμία δεν τον γέμιζε. Δεν ήθελε να βρίσκεται σε ακριβά ρετιρέ στο κέντρο της πόλης κρατώντας ένα ποτήρι σαμπάνιας στα χέρια του, ακούγοντας  ανούσιες συζητήσεις πλουσίων και να τον φλερτάρουν οι γυναίκες τους. Κατέβηκε στον δρόμο και δίχως να το καταλάβει βρέθηκε ανάμεσά τους, στην κεφάτη συντροφιά τους. Το Βλέμμα του διασταυρώθηκε με της Κλόε. «Μαρσέλ», είπε και της άπλωσε το χέρι. Εκείνη, ένιωσε μια σπίθα να τρεμοπαίζει στην καρδιά της. Την ίδια ένιωσε κι εκείνος.

Την επομένη μέρα, την ημέρα των Χριστουγέννων τους βρήκε όλους στο σπίτι της Μπερναντέτ μετά από δική της πρόσκληση. Η Μπερναντέτ  μιλούσε στην Έμα, και εκείνη ξεκαρδιζόταν στα γέλια. Ο Μαρσέλ και αυτός στην παρέα. Είχε μείνει μαζί τους μέχρι το τέλος, η Μπερναντέτ  επέμενε να έρθει, αν και εκείνος δεν μπορούσε να κρύψει την αμηχανία του. «Θα χαρώ αν έρθεις», του ψιθύρισε στο αυτί  η Κλοέ. Τώρα στεκόταν ακριβώς απέναντί της, με δυο ποτήρια σαμπάνια στο χέρι. Ένα για εκείνην και ένα για τη μικρή. Δίνοντας της το ποτήρι, έσκυψε και  την φίλησε  απαλά στο μάγουλο. Ένα φιλί, ήρεμο, και συνάμα γλυκό και τρυφερό.

Η Μαρί και ο Λούκας βγήκαν στον κήπο πιασμένοι από το χέρι. Ένιωθαν ερωτευμένοι ήδη, όταν φωνές παιδιών ακούστηκαν στο δρόμο. «Μητέρα, γιαγιά…» ακουγόταν χαρούμενες οι φωνές τους. Η Μαρί ένιωσε ένα δάκρυ να κυλάει όταν είδε την Μπερναντέτ να τρέμει από χαρά κι έκπληξη στην πόρτα. «Η κόρη μου, τα εγγόνια μου!» φώναξε συγκινημένη προς όλους και αφέθηκε χαρούμενη στην αγκαλιά τους.

Ο Λούκας κοίταξε τη Μαρί στα μάτια. «Απίστευτα Χριστούγεννα», της είπε γλυκά στο αυτί. «Φαίνεται πως  έκανες το θαύμα σου φέτος και μας παρέσυρες όλους σε αυτό». Η Μαρί σήκωσε τα μάτια της στον ουρανό και είδε ένα αστέρι να πέφτει. Έκλεισε τα μάτια και είδε τον παππού της να της λέει χαμογελαστός.

«Πίστεψε στο θαύμα. Ίσως βρεις την αληθινή αγάπη… Αρκεί να πιστέψεις».

Καλές γιορτές. Με αγάπη, ενσυναίσθηση , υγεία, τύχη και πολλά χαμόγελα