Από τη σιωπή στην απόφαση μια γυναίκα, δύο παιδιά και το σημείο που η «αντοχή» παύει να είναι αρετή και γίνεται κίνδυνος.
Στην εφημερίδα «CorfuPress» φιλοξενούμε τη συγγραφέα κυρία Τζένη Πετροπούλου με αφορμή το μυθιστόρημά της «Φυγή», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Έξη. Ένα βιβλίο που δεν χαϊδεύει τον αναγνώστη: μιλά για τον φόβο που γίνεται ρουτίνα, για την κακοποίηση που κρύβεται πίσω από «συγγνώμες», και για τη στιγμή που μια μητέρα κοιτά τα παιδιά της και λέει «ως εδώ».
Η Βίκυ στην αρχή «μαθαίνει» να κρύβει σημάδια όχι μόνο στο σώμα, αλλά και μέσα της. Πώς χτίσατε αυτή τη σταδιακή αλλοίωση του εαυτού; Ποια ήταν η πιο κρίσιμη λεπτομέρεια που θέλατε να δείξετε, για να φανεί πώς η βία δεν έρχεται πάντα με μια φορά, αλλά με μικρές δόσεις;
Η αλλοίωση δεν έρχεται ξαφνικά, έρχεται ύπουλα. Η Βίκυ δεν ξυπνά μια μέρα «άλλη». Μαθαίνει να δικαιολογεί, να σιωπά, να μεταφράζει τον φόβο σε «λογική». Η πιο κρίσιμη λεπτομέρεια για μένα ήταν αυτή η εσωτερική αλλαγή: όταν αρχίζει να αμφιβάλλει όχι για εκείνον, αλλά για τον εαυτό της. Η βία δεν έρχεται με μια πράξη. Έρχεται με υποχωρήσεις μικρές ή μεγάλες που τις ονομάζει φυσιολογικές. Τότε έχει ήδη ριζώσει.
Υπάρχει ένα γνώριμο μοτίβο: καυγάδες, μετά τρυφερά λόγια, μετά «άλλη μια ευκαιρία». Πώς δουλέψατε τη χειραγώγηση ώστε να μη μοιάζει «σεναριακή», αλλά καθημερινή και ρεαλιστική; Και τι πιστεύετε ότι παγιδεύει περισσότερο έναν άνθρωπο: ο φόβος ή η ελπίδα ότι «θα αλλάξει»;
Η χειραγώγηση δουλεύτηκε όπως ακριβώς τη βλέπουμε στην καθημερινότητα: όχι θεατρικά, αλλά κουραστικά επαναλαμβανόμενα. Ένα «συγγνώμη», ένα δώρο, μια υπόσχεση, κι έπειτα ξανά το ίδιο μοτίβο. Αυτό που παγιδεύει περισσότερο δεν είναι ο φόβος, είναι η ελπίδα. Η σκέψη ότι αν αντέξεις λίγο ακόμη, αν αγαπήσεις σωστά, αν κάνεις κάτι διαφορετικά, ίσως αλλάξει. Αυτή η ελπίδα είναι συχνά πιο δεσμευτική από τον φόβο.
Στο βιβλίο φαίνεται πως η Βίκυ πίστευε ότι η υπομονή και η συγχώρεση είναι «το σωστό». Θέλατε να μιλήσετε για το πώς μεγαλώνουμε με λάθος ορισμούς αγάπης; Και τι ρόλο παίζει η κοινωνική φράση «κράτα το σπίτι σου» στη σιωπή;
Ναι, ήθελα πολύ να μιλήσω για τους λάθος ορισμούς αγάπης με τους οποίους μεγαλώνουμε. Ότι η αγάπη σημαίνει και αντοχή. Για την εξίσωση της συγχώρεσης με την αυτοθυσία. Το «κράτα το σπίτι σου» το κουβαλάμε σαν ενοχή. Ακόμη και όταν έχει πάψει να είναι το ασφαλές μας καταφύγιο.
Η καμπή έρχεται όταν αναγνωρίζει τα σημάδια στα μάτια των παιδιών της. Πώς γράψατε αυτή τη στιγμή αφύπνισης; Είναι ενοχή, είναι ένστικτο, είναι καθαρή αγάπη ή όλα μαζί;
Η στιγμή της αφύπνισης είναι τρομακτικά ανθρώπινη. Όταν βλέπει τον φόβο στα μάτια των παιδιών της, καταρρέει η τελευταία της υποψία ελπίδας. Είναι ενοχή, ένστικτο και αγάπη μαζί. Κυρίως όμως η συνειδητοποίηση ότι αυτό που αντέχει εκείνη, δεν έχει δικαίωμα να επιτρέψει να το περάσουν τα παιδιά της. Τότε γεννιέται το «όχι» χωρίς αναβολή.
Ο Φώτης παρουσιάζεται ως άνθρωπος που ελέγχει: χρήματα, φιλίες, μετακινήσεις, «επιτρέπεται/απαγορεύεται». Πόσο σημαντικό ήταν για εσάς να δείξετε ότι η κακοποίηση δεν είναι μόνο το χτύπημα, αλλά και ο έλεγχος που σβήνει σταδιακά την αυτονομία;
Ήταν πολύ σημαντικό για μένα να δείξω ότι η κακοποίηση δεν είναι μόνο το χτύπημα. Είναι ο έλεγχος, η απομόνωση, η οικονομική εξάρτηση, το «πού πας» και «με ποιον μίλησες». Αυτή η μορφή βίας είναι ύπουλη, αλλά εξίσου καταστροφική, γιατί σβήνει σταδιακά την αίσθηση ελευθερίας και σε πείθει ότι δεν είναι βία.
Η Βίκυ ξεκινά με όνειρα: πτυχίο, μεταπτυχιακό, ζωή που ανοίγει και βρίσκεται αλλού. Θέλατε να αναδείξετε και το πένθος για τη «ζωή που δεν έγινε»; Και πώς το αποτυπώνετε χωρίς μελοδραματισμό;Υπάρχει πράγματι πένθος για τη ζωή που δεν έγινε. Για τα όνειρα που έμειναν στην άκρη, όχι γιατί το ήθελε, αλλά γιατί δεν υπήρχε ο χώρος για να πραγματοποιηθούν. Προσπάθησα να το αποτυπώσω μέσα από μικρές, σιωπηλές συνειδητοποιήσεις. Το πένθος αυτό δεν κραυγάζει, ψιθυρίζει και πονάει.
Η γνωριμία με την Εύα λειτουργεί σαν όαση. Για εσάς, τι σημαίνει «ένας άνθρωπος-γέφυρα» σε μια ιστορία κακοποίησης; Είναι το πρώτο βλέμμα που σε βλέπει, το πρώτο «σε πιστεύω», ή η πρακτική βοήθεια που σε βγάζει από το αδιέξοδο;
Η Εύα είναι για εμένα η υπενθύμιση ότι καμιά φορά αρκεί ένας άνθρωπος. Γιατί βλέπει χωρίς να κρίνει και πιστεύει πριν υπάρξουν αποδείξεις. Συχνά η σωτηρία δεν έρχεται ως λύση, αλλά ως παρουσία. Κάποιος που σου λέει «σε πιστεύω» και το εννοεί. Αυτό ανοίγει το δρόμο.
Ο Μάνος μπαίνει ως καταλύτης με οικονομική δυνατότητα, δίκτυο, αλλά και αινιγματικό παρελθόν. Πώς αποφύγατε την ευκολία του «σωτήρα»; Τι θέλατε να κρατήσετε ανθρώπινο και ατελές σε αυτόν, ώστε να μη λειτουργεί ως μαγική λύση;
Με τον Μάνο ήθελα να αποφύγω συνειδητά τον ρόλο του σωτήρα. Έχει δυνατότητες, αλλά έχει και ρωγμές. Δεν έρχεται να λύσει τα πάντα, αλλά να σταθεί δίπλα, δεν παίρνει τη θέση της απόφασης. Η απόφαση ανήκει πάντα στη Βίκυ. Για μένα ήταν σημαντικό να παραμείνει ανθρώπινος.
Υπάρχει και το κομμάτι της «εγκλωβιστικής» εγκυμοσύνης ως μέσο ελέγχου. Πώς προσεγγίσατε ένα τόσο σκληρό θέμα χωρίς να πέσετε σε σοκ-αξία; Και τι θα θέλατε να σκεφτεί ο αναγνώστης για τις μορφές βίας που κοινωνικά περνούν ως «ζήλια» ή «έντονη αγάπη»;
Η εγκυμοσύνη ως μέσο ελέγχου είναι ένα βαθιά σκληρό θέμα και δύσκολο. Το προσέγγισα με χαμηλούς τόνους, γιατί η πραγματική φρίκη δεν χρειάζεται ένταση για να φανεί. Δεν ήθελα να σοκάρω, αλλά να αφήσω τον αναγνώστη να καταλάβει πόσο εύκολα βαφτίζονται κάποιες μορφές βίας «αγάπη». Κι αυτό με τρομάζει.
Όταν η Βίκυ αρχίζει να σηκώνει ανάστημα, δεν είναι ξαφνικά «δυνατή» από το πουθενά είναι σαν να μαζεύει κομμάτια του εαυτού της. Πώς ορίζετε τη δύναμη εδώ; Είναι απόφαση; Είναι σχέδιο; Είναι στήριξη από άλλους;
Η δύναμη δεν έρχεται ξαφνικά. Χτίζεται κομμάτι κομμάτι. Και το να ζητήσεις βοήθεια είναι ήδη μια πράξη δύναμης. Είναι η συλλογή των κομματιών του εαυτού, που ήταν σκόρπια. Είναι απόφαση, σχέδιο και κυρίως στήριξη. Κανείς δεν σώζεται μόνος του και αυτό δεν είναι αδυναμία.
Στο βιβλίο η «φυγή» δεν παρουσιάζεται ως δειλία αλλά ως γενναιότητα. Τι θέλατε να πείτε με αυτό; Και πώς απαντάτε σε εκείνη τη σκληρή, άδικη ερώτηση που ακούγεται συχνά: «γιατί δεν έφευγε νωρίτερα;»
Η φυγή δεν είναι δειλία. Είναι γενναιότητα. Η φυγή χρειάζεται χρόνο, συνθήκες και στήριξη. Για μένα η φυγή δεν είναι ήττα. Είναι ζωή. Είναι το σημείο που κάποιος λέει «ως εδώ» χωρίς να χρειάζεται να απολογηθεί. Και στην ερώτηση «γιατί δεν έφευγε νωρίτερα;» η απάντηση είναι απλή και δύσκολη: γιατί δεν μπορούσε ακόμη
Αν έπρεπε να κρατήσει κάποιος ένα πράγμα από το βιβλίο, θα θέλατε να είναι η μητρική αγάπη, η φιλία, ή η στιγμή που κάποιος παραδέχεται «δεν είμαι μόνη»; Και τι σημαίνει πρακτικά «δεν είμαι μόνη» μέσα στην ιστορία σας;
Αν κάτι θα ήθελα να μείνει, είναι το «δεν είμαι μόνη». Όχι σαν σύνθημα, αλλά σαν εμπειρία. Γιατί όταν το πιστέψεις, αλλάζει το έδαφος κάτω από τα πόδια σου. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι υπάρχει χέρι να πιαστεί, λόγος να ειπωθεί, δρόμος να ανοιχτεί. Η μοναξιά είναι το πιο ισχυρό εργαλείο της βίας. Είναι η μητρική αγάπη που παίρνει τη δύναμη που χρειάζεται.
Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία ακόμα και μέσα από ένα παιδικό παραμύθι μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία και την ανάγνωση; Ποια η άποψη σας;
Πιστεύω βαθιά ότι η λογοτεχνία ακόμη και ένα παιδικό παραμύθι μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο. Τα βιβλία δεν δίνουν απαντήσεις ανοίγουν χώρο μέσα μας. Και από εκεί, μπαίνει φως.
Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Τζένη Πετροπούλου – Φυγή – CorfuPress.com