Όταν πήρα στα χέρια μου το βιβλίο που θα σας παρουσιάσω, διάβασα πολλές φορές τον τίτλο του και προσπάθησα να αντλήσω πληροφορίες. Ερωτηματικά σκάλωσαν στο μυαλό μου τα οποία αναζητούσαν τις δικές τους απαντήσεις.
Γιατί οι γλυκές στιγμές να είναι συνάμα πικρές θύμησες; Πως κάτι γλυκό μπορεί στη θύμησή του να αποκτά πικρή χροιά; Δεν ήθελα να σκεφτώ τις απαντήσεις, αλλά να τις ανακαλύψω μέσα στο κείμενο, γι’ αυτό και αμέσως άρχισα να διαβάζω την ιστορία των δυο γυναικών και όσο διάβαζα τόσο πιο βαθιά εισχωρούσα στα άδυτα των αναμνήσεών τους.
Η Μιμίκα είναι η μεγάλη αδερφή της Θουλίτσας. Η πρώτη είναι έξυπνη, μορφωμένη και τσαούσα. Η Θουλίτσα είναι μουσικομαθής, ρομαντική, ευαίσθητη και ‘ιδιαίτερη’. Κατάγονται από εύπορη οικογένεια και πλέον σε ηλικίες 93 και 90 αντίστοιχα, ζουν στη Θεσσαλονίκη, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους το έζησαν στην Αθήνα.
Η ιστορία μας αρχίζει τη δεκαετία του ’50 εκεί όπου τα δυο κορίτσια διανύουν τα πρώτα τους βήματα, πλάι στη θεία Πλουσία και τον θείο Μένιο. Η Πλουσία είναι αδερφή του πατέρα τους, η μητέρα τους έχει φύγει από τη ζωή και οι δυο αδερφές μέσα στο φιλόξενο σπίτι των θείων και την ακόμη πιο φιλόξενη αγκαλιά τους, θα ζήσουν όμορφα παιδικά χρόνια, θα γαλουχηθούν με αγάπη και μόρφωση και θα γράψουν το βιβλίο της ζωή τους με πολλές αναμνήσεις.
Μαζί τους κατοικούν η γιαγιά τους η οποία υποδύεται συνεχώς χαρακτήρες από τα μυθιστορήματα που διαβάζει και κατά καιρούς ο τεμπέλης και σπάταλος Τιμολέων ο οποίος χωρίς ίχνος ενδοιασμού έχει αφήσει στα χέρια του Μένιου, τη φροντίδα και τη προστασία των κοριτσιών. Τίποτα δεν τους λείπει αν και η ζωή τους είναι άδεια από τη γονεϊκή παρουσία. Τόσο η θεία όσο και ο θείος καλύπτουν όλες τις ανάγκες τους, τις νιώθουν παιδιά τους και τις κατακλύζουν με την αγάπη τους.
Μαζί τους, θα επισκεφτούμε τα αθηναϊκά θέατρα, θα γευματίσουμε στην Ταβέρνα του ‘Τηλεμάχου’ στην Κάτω Κηφισιά, θα γευτούμε την πάστα μας στο ζαχαροπλαστείο του Ζόναρς και θα απολαύσουμε τον καφέ μας στο εμβληματικό καφενείο του Φλόκα, όλα παρέα με τις δυο αδερφές και σχεδόν πάντα τη συντροφιά της θείας Πλουσίας. Παράλληλα με την ιστορία τους θα ξεδιπλώνονται τα πολιτικά και τα ιστορικά γεγονότα της εποχής και η άνοδος της κλινικής του θείου Μένιου, την οποία συνεταιρίζεται με τον αδερφικό του φίλο Κίμωνα.
Έχουμε να προβληματιστούμε με πολλά, γι’ αυτό καθίστε αναπαυτικά, συνοδεύστε την ανάγνωση με το αγαπημένο σας ρόφημα και αφήστε τα υπόλοιπα σε εμένα. Η ελπίδα της Θουλίτσας να παντρευτεί των Κωνσταντίνο Καραμανλή, ναι καλά διαβάσατε, ένα γράμμα από έναν νέο της Πόλης ξέχειλο ερωτισμό, το δράμα της Ράνιας και εκείνο του Στάθη, η ανέλπιστη τύχη της Ξανθίππης αλλά και η τέχνη της χαρακτικής, εναρμονίζονται με τις συζητήσεις της Πλουσίας και της φίλης της Κλεαρέτης, με τη ραπτική υψηλής τέχνης ενδυμάτων των γυναικών αλλά και τον αδάμαστο χαρακτήρα της Θουλίτσας που συχνά πυκνά τους βάζει όλους σε μπελάδες.
Θα γνωρίσουμε τη μάγισσα Καλκούτα και τους συνειρμούς του μυαλού της Θουλίτσας, τα αναθαρρήσουμε με το ευχάριστο ξεκίνημα της χρονιάς του 1960 πλάι σε ένα κερδισμένο δελτίο ΠΡΟ-ΠΟ, θα θορυβηθούμε διαβάζοντας την ιστορία με τα σχοινιά και το περίστροφο και θα σκαλώσουμε στην ευχή που ζητάει η κυρία Μάρθα.
Πολλά έχουμε ακόμη να διαβάσουμε. Μια ανεπιθύμητη κατάσταση, η συναναστροφή της οικογένειας με το υπηρετικό προσωπικό το οποίο θεωρούν οικογένειά τους, η Φρόσω και τα μυστικά της τα οποία βγαίνουν στο φως, μια νέα επαγγελματική εξέλιξη αλλά και μια τραγωδία που δεν αφήνει κανέναν ανεπηρέαστο και τέλος ένας παπάς που παίρνει απόφαση να γίνει κοσμικός, δεν αφήνουν περιθώρια να κλείσεις το βιβλίο.
Από τα βιβλία που διαβάζω, επιλέγω μια φράση που μου κίνησε το ενδιαφέρον για να την μοιραστώ μαζί σας. Από το βιβλίο της Χριστίνα Ρούσσου, ένα σύντομο βιογραφικό της οποίας θα βρείτε στο τέλος του άρθρου, επέλεξα την παρακάτω:
…τα προσόντα σου είναι τα αισθήματα που έχει η ψυχή σου…
Οι δυο αδερφές μεγαλώνουν πλάι – πλάι. Η Θουλίτσα ζει σε έναν δικό της κόσμο περιμένοντας των Κωνσταντίνο και η Μιμίκα πιο δραστήρια και με ελεύθερο πνεύμα, αποφασίζει να εργαστεί, αναζητά τον έρωτα, μα σε έναν από τους δύο τομείς, δεν τα καταφέρνει.
Θα διαβάσουμε για πολλές και συνταρακτικές αλλαγές στη ζωή τους, για τη Γενεύη, για τη νέα ‘διάνοια’ της οικογένειας, για τη Σονάτα του Σεληνόφωτος που με κάποιον τρόπο συνδέεται με την οικογένειά τους, για γεννήσεις αλλά και για απώλειες.
Η μοίρα θα αναγκάσει τις αδερφές να αποκοπούν από την Αθήνα και να μεταφερθούν στη Θεσσαλονίκη, αφήνοντας πίσω τους σημαντικά κομμάτια της ζωής τους που πονάνε. Έμειναν για πάντα μαζί, η μία αναγκαία για την άλλη, η Μιμίκα υποστήριξε όσο τίποτα άλλο τον κόσμο της Θουλίτσας και όταν πια το βιβλίο της ζωής έφτασε στην τελευταία του σελίδα, το έκλεισαν και οι δυο σχεδόν ταυτόχρονα.
Λάτρεψα την γκαρνταρόμπα τους, το όμορφο σπίτι της Αθήνας, γέλασα με τα ευτράπελα που τους συνόδεψαν, πόνεσα στις απώλειές τους και συγκινήθηκα με τον άπιαστο έρωτα που δεν τους έκανε τη χάρη να τις ανθίσει.
Ήταν ευτυχισμένες; Έμειναν ανεκπλήρωτες κάποιες επιθυμίες τους; Δάμασαν τα πάθη τους; Έκαναν λάθος επιλογές; Έζησαν όμορφες στιγμές; Διεκδίκησαν μερίδιο στον έρωτα;
Μην περιμένετε να σας απαντήσω. Εύλογες οι ερωτήσεις μου που ζητούν απαντήσεις. Διαβάστε το βιβλίο και σίγουρα θα τις ανακαλύψετε.
Κατερίνα Σιδέρη
Γλυκές στιγμές, πικρές θύμησες – Χριστίνα Ρούσσου | τοβιβλίο.net